1. Κατάγομαι ἀπ' τό χωριό Ἅγιος Ἰωάννης (Περί σπατάλης), Ἀρχιμ. Σάββας
Ἁγιορείτης
Ἐκ τοῦ βιβλίου «Βίος καί Λόγοι» τοῦ Ἁγίου Πορφυρίου. Ὁ Ἅγιος Πορφύριος, ἕνας σύγχρονος προφήτης, αὐτοβιογραφεῖται. «Κατάγομαι ἀπό τό χωρίον Ἅγιος Ἰωάννης», λέγει ὁ Ἅγιος. «Στήν Εὔβοια ὑπάρχει ἕνα χωριό, ὁ Ἅγιος Ἰωάννης∙ ἀπό αὐτό τό χωριό κατάγομαι. Οἱ γονεῖς μου ἤτανε φτωχοί, γι' αὐτό ὁ πατέρας μου ἔφυγε ἀπό τό χωριό καί ἐπῆγε εἰς τήν Ἀμερική. Ἐκεῖ δούλευε ὡς ἐργάτης στήν διώρυγα τοῦ Παναμᾶ. Ἐμεῖς τά παιδιά στό χωριό, ἀπό μικρά πού ἤμασταν, κάναμε δουλειές. Ποτίζαμε τόν κῆπο, τά δέντρα, φέρναμε τά ζῶα, τρέχαμε παντοῦ, ὅπου μᾶς λέγανε οἱ μεγάλοι»[1]. Ἤτανε δηλαδή ὁ Ἅγιος ἀπό ἕνα ταπεινό χωριό καί ἔκανε τίς συνηθισμένες δουλειές, ἐνῶ ὁ πατέρας του ἦταν μετανάστης.
«Ἐγώ μικρός ἔβοσκα τά ζῶα στό βουνό. Ἤμουνα κουτός καί ντροπαλός», λέγει. «Στό σχολεῖο ἐπῆγα μόνο μιά τάξη καί σχεδόν δέν ἐμάθαμε τίποτε, γιατί ὁ δάσκαλος ἦταν ἄρρωστος». Ἦταν, ἑπομένως, ὁ Ἅγιος ἀγράμματος κατά κόσμον, ἀλλά στή συνέχεια ὅταν ἐμεγάλωσε, ἐνδιαφέρθηκε καί μελέτησε ὁ ἴδιος καί ἔγινε πράγματι σοφός. «Ἐκεῖ πού φύλαγα τά πρόβατα, διάβασα συλλαβιστά τόν βίο τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Καλυβίτου καί ἀπό ἐκεῖ μοῦ ἦρθε ὁ ζῆλος νά φύγω καί νά γίνω μοναχός. Χωρίς νά ξέρω τίποτε. Οὔτε μοναχό εἶχα δεῖ οὔτε μοναστήρι, τίποτα»[2]. Ἤτανε πραγματικά, θεία νεύση, θεία κλίση.
«Ὅταν ἔγινα ἑφτά χρονῶ, μ' ἔστειλε ἡ μητέρα μου στή Χαλκίδα, νά δουλέψω σέ ἕνα κατάστημα. Πωλοῦσαν ἐκεῖ ἀπ' ὅλα. Εἶχαν τά καταστήματα ἐκείνη τήν ἐποχή σιδερικά, βίδες, κλειδαριές καί σχοινιά, ἀλλά εἶχαν ὅμως καί ζάχαρη καί ρύζι καί καφέ καί πιπέρι καί ὅλα ὅσα ἔχει ἕνα μπακάλικο. Μεγάλο ἦταν τό κατάστημα. Καί ἦταν ἐκεῖ ἄλλα δύο παιδιά. Ἐπῆγα καί ἐγώ»[3]. Ἀπό πολύ μικρός ἑπομένως ὁ Ἅγιος, βρέθηκε μέσα στήν βιοπάλη καί μέσα στήν καθημερινότητα.
