Ο όρκος αποτελεί παλαιότατο
φαινόμενο του κοινωνικού βίου και προϋποθέτει την πίστη στη θεοκρισία,
δηλαδή στο ότι ο Θεός ή κάποια άλλη ανώτερη δύναμη επεμβαίνει στα
πράγματα του κόσμου και των ανθρώπων, για να αποκαταστήσει την αλήθεια ή
τη δικαιοσύνη και να τιμωρήσει το ψεύδος ή την αδικία. Ο όρκος
προϋποθέτει τη θρησκευτική πίστη, γι’ αυτό στον άθρησκο δεν έχει νόημα.
Μέσα όμως στο πλαίσιο της ανεξιθρησκίας και της ελευθερίας της
συνείδησης, έχει εισαχθεί και ο λεγόμενος “πολιτικός όρκος”. Αυτός
γίνεται με επίκληση της τιμής και της συνείδησης του ορκιζόμενου και
έχει σε περιπτώσεις ψευδορκίας ή επιορκίας τις ίδιες νομικές συνέπειες
με το θρησκευτικό όρκο.
Την απόλυτη απαγόρευση του όρκου
διδάσκουν ομόφωνα οι Πατέρες της Εκκλησίας. Ο Μ. Βασίλειος επισημαίνει
ότι ο όρκος απαγορεύθηκε μια για πάντα. Στο ερώτημα, πώς μπορεί κάποιος
να πείθει τους άλλους, όταν αποφεύγει τον όρκο, ο άγιος Γρηγόριος ο
Θεολόγος απαντά:

