Άγιος Παΐσιος (1924-1994).
Κάποια από τις επόμενες μέρες που δούλευα στον κήπο, πρωί, παρέα με την Πρακάς, την γερμανίδα, της λέω:
– Αποφάσισα να πάω να ζήσω στο Άγιον Όρος μαζί με κείνον τον ασκητή που σου είπα.
– Αυτό είναι δύσκολο, είναι για εξελιγμένες ψυχές, μου απάντησε, στενοχωρημένη.
Ήθελε από καλοσύνη να μείνω στο άσραμ [ινδουιστικό μοναστήρι]. Το θεωρούσε πολύ… πνευματικό. Αυτή είχε μια αγάπη και θαυμασμό για τον γκουρού.
Οι άλλοι όμως οι γιόγκι, και περισσότερο ο Νιράνζαν, ο νυν γκουρού, δεν βλέπαν το θέμα με τόση καλοσύνη και αφέλεια όπως η Πρακάς. Τους ενοχλούσε η αμφισβήτησή μου. Θέλαν να με υποτάξουν. Θέλαν να με κρατήσουν στο άσραμ «έστω και πεθαμένο».
Όταν η Πρακάς τους μετέφερε την απόφασή μου να τους εγκαταλείψω και να γυρίσω πίσω στο Άγιον Όρος, δράσαν γρήγορα και δυναμικά.
Το μεσημέρι ήμουν μόνος στο δωμάτιο. Μου συνέβη η εξής τρομαχτική εμπειρία. Ήταν φοβερό, ήταν απάνθρωπο, ήταν εγκληματικό, ήταν ψυχική δολοφονία, ήταν πολύ κακό.
Καθόμουν πάλι μόνος στο δωμάτιο μου, μέρα μεσημέρι και προσπαθούσα να σκεφτώ, όταν ξαφνικά βίωσα κάτι το τρομαχτικό. Θα έχετε δει φαντάζομαι στο σινεμά ή σε ντοκυμαντέρ τεράστιες πολυκατοικίες να σωριάζονται σ’ ένα σωρό από χώματα, μετά από έναν ισχυρό βομβαρδισμό, μέσα σε κλάσματα δευτερολέπτου. Αν γυρίσει κανείς την ταινία προς τα πίσω, βλέπει αυτή τη μάζα των χωμάτων να ορθώνεται ξανά σε πολυκατοικία. Αυτή η εικόνα μού ήρθε στο νου, όταν έζησα αυτή την εμπειρία.
Ξαφνικά ένοιωσα την ψυχή μου να καταρρέει ακαριαία.


