Σελίδες

ΚΥΡΙΕ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΕ ΕΛΕΗΣΟΝ ΜΕ

ΚΥΡΙΕ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΕ ΕΛΕΗΣΟΝ ΜΕ
ΥΠΕΡΑΓΙΑ ΘΕΟΤΟΚΕ ΣΩΣΟΝ ΗΜΑΣ

ΟΙ ΟΜΙΛΙΕΣ ΜΑΣ ΓΙΑ ΚΑΤΕΒΑΣΜΑ ΣΤΟΝ ΥΠΟΛΟΓΙΣΤΗ ΣΑΣ





ΟΔΗΓΙΕΣ: ΚΑΝΕΤΕ ΚΛΙΚ ΣΤΟΝ ΠΑΡΑΚΑΤΩ ΣΥΝΔΕΣΜΟ:

Δίπλα από το όνομα Κύριος Ιησούς Χριστός που υπάρχει ένα μικρό βελάκι , πατάμε εκεί και μας βγάζει διάφορες επιλογές από τις οποίες πατάμε το Download .
Και γίνεται η εκκίνηση να κατέβουν όλες οι ομιλίες.
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΟΣΙΟΣ ΣΩΦΡΟΝΙΟΣ ΤΟΥ ΕΣΣΕΞ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΟΣΙΟΣ ΣΩΦΡΟΝΙΟΣ ΤΟΥ ΕΣΣΕΞ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 19 Φεβρουαρίου 2025

Καὶ ὁ Ἅγιος Σωφρόνιος διαφωνεῖ μὲ τὸν Δημητριάδος Ἰγνάτιο ποὺ θέλει νὰ ἀλλάξει τὴν γλῶσσα τῶν λειτουργικῶν κειμένων.

Ὁ Ἅγιος Σωφρόνιος τοῦ Ἔσσεξ ἀποστομώνει ὅσους σκέφτονται νά ἀλλάξουν τήν γλῶσσα τῶν λειτουργικῶν κειμένων καί τῆς Ἁγίας Γραφῆς.

Ὁ Ἅγιος Σωφρόνιος παρατηρεῖ:

«Ἐὰν κατὰ τὴν τέλεσιν τῆς Θείας Λειτουργίας ἐχρησιμοποιοῦμεν γλῶσσαν τῆς καθ’ ἡμέραν ἡμῶν ζωῆς, τότε θὰ ἐγέννα αὕτη ἐν τῇ ψυχῇ καὶ τῷ νοΐ τῶν παρευρισκομένων ἀντιδράσεις κατωτέρου ἐπιπέδου, ἐπιπέδου τῆς φυσικῆς ἡμῶν ὑπάρξεως«.
(Ἀρχιμανδρίτου Σωφρονίου (Σαχάρωφ), «Ὀψόμεθα τὸν Θεὸν καθὼς ἐστι», Ι.Μ. Τιμίου Προδρόμου, Ἔσσεξ Ἀγγλίας, 1993, σ. 376).

Καὶ πάλιν ὁ Ἅγιος Σωφρόνιος εἶναι ἐπί τοῦ προκειμένου κατηγορηματικός:

Κυριακή 19 Ιανουαρίου 2025

Ὁ Ὅσιος Γέρων Σωφρόνιος γιὰ τοὺς λογισμούς


Ὅσιος Γέρων Σωφρόνιος τοῦ Ἔσσεξ:

«Πρέπει νὰ ἐνεργεῖτε ὅπως μᾶς διδάσκουν οἱ Ἅγιοι Πατέρες. Παραδοθεῖτε στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ καὶ μὴν ἀρχίζετε ὁποιονδήποτε διάλογο μὲ τοὺς λογισμούς. Κάθε λογισμὸς ποὺ διαταράσσει τὴν εἰρήνη τῆς καρδιᾶς καὶ σπέρνει τὴν ταραχὴ στὴν ψυχὴ προέρχεται ἀπὸ τὸν ἐχθρό».

 

http://www.orthodoxia-ellhnismos.gr/2025/01/blog-post_78.html

Τετάρτη 18 Σεπτεμβρίου 2024

Ὅποιος ἀγαπᾶ τὸν Χριστό, ἀφομοιώνει καὶ φέρει μέσα του τὰ αἰσθήματα ποὺ εἶχε ὁ Ἰησοῦς Χριστός...


Διαβάστε τον Άγιο Σιλουανό. Γι’ αυτόν ο καθένας στον κόσμο έχει το έργο του:
Ο ένας είναι Bασιλιάς, ο άλλος Πατριάρχης, καθηγητής ή ακόμη εργάτης. Αυτό δεν έχει σημασία. Για τον Σιλουανό δεν είχε καμιά διαφορά αν κάποιος είναι Βασιλιάς ή εργάτης.

Δευτέρα 29 Ιουλίου 2024

Ἅγιος Σωφρόνιος τοῦ Ἔσσεξ


Άγιος Σωφρόνιος του Έσσεξ

Συναξάρι εδώ

Παρακλητικός κανόνας εδώ




Τετάρτη 24 Ιουλίου 2024

Περὶ τῶν βάσεων τῆς ὀρθοδόξου ἀσκήσεως: Ἡ παρθενία καὶ ἡ σωφροσύνη

Ἅγιος Σωφρόνιος Ἀθωνίτης

 Ἡ παρθενία καὶ ἡ σωφροσύνη συνιστοῦν τὴ δεύτερη κύρια ὑπόσχεση τοῦ μοναχισμοῦ. Ἡ ἀντίληψη γύρω ἀπὸ τὴν παρθενία, ὡς ζωῆς κατ’ εἰκόνα τῆς ζωῆς τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, εἶναι παραδόξως τόσο λίγο ἀποδεκτὴ ἀπὸ τὸ σύγχρονο κόσμο, ἀκόμη καὶ ἀπό τούς Χριστιανούς, ὥστε καθίσταται ἀπαραίτητο νὰ ἐκθέσουμε τὴ δογματικὴ βάση αὐτῆς τῆς ὑπόσχεσης.

Ἡ δισχιλιετὴς πείρα τῆς Ἐκκλησίας μὲ ἀκαταμάχητη ἀξιοπιστία κατέδειξε ὅτι ὁ ἀποκλεισμὸς τῆς γενετήσιας λειτουργίας ἀπὸ τὴ ζωὴ τῆς ἀνθρώπινης προσωπικότητας ὄχι μόνο δὲν ἐπιφέρει βλάβη στὴν ψυχικὴ καὶ σωματικὴ ὑγεία τοῦ ἀνθρώπου, ἀλλά ἀντίθετα, ὅταν χρησιμοποιεῖται μὲ ὀρθό τρόπο αὐξάνει καὶ τὴ φυσικὴ ἀντοχή, τὴ μακροβιότητα καὶ τὴν ψυχικὴ ὑγεία του.
Κατὰ τὶς τελευταῖες δεκαετίες εἶναι δυνατὸ νὰ παρατηρήσει κανεὶς πλῆθος ἐπιστημονικῶν ἐργασιῶν, οἱ ὁποῖες διαπιστώνουν τὴν πνευματικὴ γονιμότητα ἐκείνου τὸ ὁποῖο ἡ σύγχρονη ψυχολογία ὀνομάζει «ἐξαϋλωμένη ἁγνεία». Πρέπει νὰ χαίρεται κανεὶς γιὰ τὴ διαπίστωση αὐτή, διότι σὲ κάθε ἐποχή δὲν ἔπαυσαν κάποιοι νὰ διαστρέφουν τὴν ἔννοια τῆς μοναχικῆς σωφροσύνης, ἀκόμη μάλιστα καὶ νὰ ἀντιτίθενται σὲ αὐτή, σὰν φαινόμενο παθολογικὸ καὶ «παρὰ φύσιν»...

Ἐν τούτοις ὀφείλουμε νὰ ποῦμε ὅτι ἡ σύγχρονη πείρα στὸν τομέα αὐτό ἀπέχει ἀκόμη πολὺ ἀπὸ τὴ δυνατότητα νὰ συγκριθεῖ μὲ τὴν ἀδιάκοπη καὶ αἰωνόβια πείρα τῆς Ἐκκλησίας καὶ νὰ ἔχει τὴν ἀξίωση μὲ κάποιο τρόπο νὰ τὴ διορθώσει ἢ νὰ τὴν ἐμπλουτίσει. Ἀπὸ ἐκεῖ εὔκολα κατανοεῖται τὸ μικρὸ ἐνδιαφέρον τῶν μοναχῶν γιὰ αὐτή. Προσπερνώντας τὴ λεπτομερῆ ἐξέταση τοῦ ζητήματος ἀπὸ δογματικὴ καὶ ἀνθρωπολογικὴ σκοπιά, θὰ ποῦμε μονάχα ὅτι γιὰ ἐμᾶς κύριο καὶ ἀναμφισβήτητο τεκμήριο δικαίωσης αὐτῆς τῆς ὑπόσχεσης, στὸ ὁποῖο ἄλλωστε ὁδηγοῦν ὅλες οἱ ἄλλες ἀποδείξεις,εἶναι τὸ γεγονὸς τῆς ἐν παρθενία ἐπίγειας ζωῆς τοῦ Κυρίου «Σᾶς ἔδωσα τὸ παράδειγμα» (Ἰωάν. ιγ ’15). Μόνο κάποιος ἐντελῶς ἀσύνετος θὰ μποροῦσε νὰ πεῖ ὅτι ἡ ζωὴ τοῦ Χριστοῦ ὑπῆρξε «παρὰ φύσιν».
Μπροστὰ ἀπὸ ἐμᾶς τούς χριστιανοὺς στέκεται τὸ ἀπόλυτο αἴτημα: νὰ γίνουμε ὅμοιοι, ἂν εἶναι δυνατό, μὲ τὸν Ἄνθρωπο-Χριστὸ (σὲ ὅλα) ἔτσι ὥστε μέσα ἀπὸ αὐτήν τὴν ἐξομοίωση νὰ κατορθώσουμε τὴν ἐξομοίωση μὲ τὸν Θεό, πού εἶναι ὁ ὕστατος σκοπὸς καὶ ἡ ὕψιστη ἔννοια τῆς ὕπαρξής μας…Ὁ ἅγιος Μεθόδιος τοῦ Ὀλύμπου, στὸ ἒργο του «Τὸ συμπόσιο τῶν δέκα Παρθένων» μιλᾶ γύρω ἀπὸ τὴν παρθενία σὰν ἕνα ἔργο «ἄκρως μεγάλο» καὶ σὰν «μυστήριο». Καὶ ἀναμφίβολα, ἐὰν ὁ γάμος εἶναι μυστήριο, τότε καὶ ἡ παρθενία εἶναι παρομοίως μυστήριο τῆς Ἐκκλησίας.

Δευτέρα 1 Ιουλίου 2024

"Νὰ κλαῖτε γιὰ νὰ μὴν ξηρανθοῦν οἱ καρδιές σας!"

Εἶναι ἀφελής ὃποιος νομίζει ὃτι μπορεῖ νά ἀκολουθήσει τά ἲχνη τοῦ Χριστοῦ χωρίς δάκρυα….Ἀπολίθώθηκε ἡ καρδιά μας ἀπό τόν κτηνώδη ἐγωισμό της καί κάτι χειρότερο ἀκόμη, ἀπό τόν ὑπερήφανο σπασμό της…..
Τό πνευματικό πένθος εἶναι κατά τή φύση του διαφορετικό ἀπό τό ψυχικό.
Συνδέεται μέ τήν ἀδειάλειπτη μνήμη τοῦ Θεοῦ, στήν ὀδυνηρή θλίψη γιά τόν χωρισμό ἀπό Αὐτόν.. Τό πνευματικό πένθος καθαρίζει τόν ἂνθρωπο ἀπό τά θανατηφόρα πάθη, κι ἒτσι τόν ζωοποιεῖ ὃλον.

Δευτέρα 11 Μαρτίου 2024

Οἱ ἐκκλησιαστικές ἀκολουθίες, ἡ ὁμοίωση μέ τόν Θεό καί ἡ ἀγάπη πρός τόν πλησίον. Ἅγιος Σιλουανός, 15ο μέρος. Ἀρχ. Σάββας Ἁγιορείτης




Συνεχίζουμε, μέ τήν Χάρη τοῦ Θεοῦ, τόν Ἅγιο Σιλουανό. Καί σήμερα ἔχουμε μερικά μικρά κεφάλαια, τά ὁποῖα ἀφοροῦν στήν διδασκαλία τοῦ Ἁγίου καί στή ζωή του. Ἕνα κεφάλαιο εἶναι γιά τίς ἐκκλησιαστικές ἀκολουθίες. Καί λέει ὁ π. Σωφρόνιος: «Ὁ Γέροντας ἀγαποῦσε πολύ τίς μακρές ἐκκλησιαστικές ἀκολουθίες στόν ναό, μέ τόν ἀπέραντο πλοῦτο σέ πνευματικό περιεχόμενο»[1]. Ὅπως γνωρίζουμε ἦταν στήν Μονή τοῦ Ἁγίου Παντελεήμονος στό Ἅγιον Ὄρος καί οἱ ἀκολουθίες οἱ ἁγιορείτικες εἶναι μακρές. Καί ἀκόμα πιό μακρές εἶναι οἱ ἀγρυπνίες. Μπορεῖ νά κρατᾶνε καί ἕξι καί ἑφτά καί δέκα καί δώδεκα ὧρες καί δεκαπέντα ὧρες καμιά φορά! Καί βέβαια ἐκεῖ μέσα ὁ ἄνθρωπος καί ἀσκεῖται καί κουράζεται καί καταπονεῖται, ἀλλά καί μπορεῖ καί κάνει τήν νοερά προσευχή καί ἀνεβαίνει μέ τόν νοῦ του στόν Θεό, καί ἀγρυπνεῖ δηλαδή ἀποκομίζοντας μεγάλη ὠφέλεια.

Ὁ Ἅγιος Σιλουανός «τιμοῦσε -πολύ- τό ἔργο τῶν ψαλτῶν καί τῶν ἀναγνωστῶν καί προσευχόταν πολύ γι αὐτούς, παρακαλώντας τόν Θεό νά τούς βοηθάει, ἰδιαίτερα στίς ὀλονύχτιες ἀγρυπνίες»[2]. Γιατί βέβαια στίς ἀγρυπνίες οἱ ψάλτες σηκώνουν πολύ μεγάλο βάρος, πολλή κούραση καί χρειάζονται ἐνίσχυση ἀπό τίς προσευχές μας. Σύμφωνα μέ τό τυπικό τῆς Μονῆς οἱ ὀλονύκτιες ἀγρυπνίες εἶναι 66, τῆς Μονῆς τοῦ Ἁγίου Παντελεήμονος. Δηλαδή κάνανε τόν χρόνο 66 ἀγρυνίες ὀλονύκτιες.

«Παρόλη ὅμως τήν ἀγάπη του γιά τήν μεγαλοπρέπεια, τήν ὀμορφιά καί τήν μουσική τῶν ἀκολουθιῶν, ἔλεγε πώς καθορίστηκαν βέβαια μέ τόν φωτισμό τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἀλλά κατά τήν μορφή τους ἀποτελοῦν ἀτελή προσευχή καί δόθηκαν στόν λαό γιατί ἀναλογοῦν στίς δυνάμεις ὅλων καί εἶναι ὠφέλιμες γιά ὅλους»[3]. Ἐδῶ ἄς σταθοῦμε λίγο. Γιατί ἄραγε λέει ὁ Ἅγιος ὅτι εἶναι ἀτελής προσευχή ἡ ἀγρυπνία καί γενικότερα οἱ ἀκολουθίες πού ἔχουμε μέσα στήν Ἐκκλησία, ἡ λεγόμενη «λογική λατρεία» μέ ψαλμωδίες; Διότι βεβαίως ἡ ἀνώτερη λατρεία, ἡ τέλεια λατρεία εἶναι ἡ καρδιακή, ἡ λεγόμενη νοερά λατρεία, ἡ ὁποία γίνεται μέσα στήν καρδιά τοῦ ἀνθρώπου, ὅταν ἐκεῖ κατοικεῖ τό Ἅγιο Πνεῦμα καί ἔχει κάνει καί τήν καρδιά ναό. Καί τότε ὁ ἄνθρωπος ἔχει φτάσει στά ὑψηλότερα σκαλοπάτια τῆς λατρείας τοῦ Θεοῦ. Οἱ Ἅγιοι Πατέρες τό ἐπιδίωκαν αὐτό τό πράγμα καί μᾶς τό δίδασκαν, ὅτι θά πρέπει νά γίνουμε ἐμεῖς ναός τοῦ Θεοῦ, ναός τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Καί δέν τό λένε μόνο οἱ Ἅγιοι Πατέρες, ὁ ἴδιος ὁ Κύριος τό λέει, τό Ἅγιο Πνεῦμα, καί στήν Ἁγία Γραφή τό λέει, ὅτι πήραμε τήν ἐξουσία μέ τό ἅγιο βάφτισμα νά γίνουμε τέκνα Θεοῦ καί νά γίνουμε καί ναός τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Καί ὅταν ὁ ἄνθρωπος μέ τήν νοερά προσευχή, μέ τήν ἀδιάλειπτη προσευχή, φθάσει νά ἀκούει μέσα του τήν φωνή αὐτή τοῦ Ἁγίου Πνεύματος πού ἐπικαλεῖται τόν Πατέρα, φωνάζει στόν Πατέρα «ἀββά ὁ Πατήρ»[4], ὅπως λέει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, μέ τήν ἀδιάλειπτη προσευχή, τότε ὁ ἄνθρωπος εἶναι ναός τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Εἶναι ὁ φωτισμός, τό δεύτερο στάδιο τῆς πνευματικῆς ζωῆς, στήν τελειότερη μορφή του, αὐτή ἡ αὐτενεργοῦσα νοερά προσευχή τῆς καρδιᾶς, κατά τήν ὁποία ὁ χριστιανός ἀκούει τό Ἅγιο Πνεῦμα πού προσεύχεται μέσα του. Καί αὐτή εἶναι ἡ τέλεια προσευχή.

Πέμπτη 7 Μαρτίου 2024

«Πῶς γινόμαστε παγκόσμιοι ἄνθρωποι» Ἅγιος Σιλουανός ὁ Ἀθωνίτης, π. Σωφρονίου, 19ο Μέρος. Ἀρχ. Σάββας Ἁγιορείτης





«Καταπέμψας αὐτοῖς τό Πνεῦμα τό Ἅγιον, καί δι' αὐτῶν τήν οἰκουμένην σαγηνεύσας»[1]. Ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός ἔστειλε τό Πανάγιο Πνεῦμα, τήν Θεία Χάρη Του, τήν κοινή ἐνέργεια τοῦ Πατρός καί τοῦ Υἱοῦ καί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος εἰς τούς Ἁγίους Ἀποστόλους καί δι’ αὐτῶν ἐσαγήνευσε ὅλη τήν οἰκουμένη! Καί ἀπό αὐτό μποροῦμε νά βγάλουμε ἕνα σπουδαῖο δίδαγμα, ἀμέσως-ἀμέσως θά λέγαμε, πώς ὁ ἄνθρωπος πού μετέχει τοῦ Ἁγίου Πνεύματος γίνεται μία σαγήνη, ἕνα δίχτυ δηλαδή, γιατί σαγήνη αὐτό εἶναι, ἕνα δίχτυ, τό ὁποῖο πιάνει μέσα του ὅλη τήν οἰκουμένη∙ αὐτούς βεβαίως πού θέλουν νά πιαστοῦν καί ἔχουν καλή διάθεση.

Καί τό ἐρώτημα εἶναι: Σήμερα, γιατί ἐμεῖς οἱ Χριστιανοί γινόμαστε ὅλο καί λιγότεροι; Γιατί δέν σαγηνεύουμε ὅλη τήν οἰκουμένη; Ἀφοῦ ἔχουμε τό Ἅγιο Πνεῦμα, ὑποτίθεται βέβαια.. Ὄχι ὑποτίθεται, τό ἔχουμε πάρει στήν ἁγία μας Ἐκκλησία μέ τό ἅγιο Χρίσμα, ἀλλά δυστυχῶς τό ἔχουμε ἐν πολλοῖς ἀπενεργοποιημένο. Δέν ὑπάρχει αὐτό πού λέμε «προσωπική μέθεξη» στήν Πεντηκοστή. Γιατί ἡ Ἐκκλησία εἶναι μία διαρκής Πεντηκοστή καί τό κάθε ἱερό μυστήριο, ἡ κάθε Θεία Λειτουργία εἶναι μία Πεντηκοστή. Ὁ κάθε γάμος, ἡ κάθε βάφτιση, τό κάθε ἱερό μυστήριο εἶναι μία Θεοφάνεια καί εἶναι μία ἔκχυσις τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.

Γιατί ὅμως ἐμεῖς νά μήν σαγηνεύουμε μετά καί τούς γύρω μας, ἀλλά μᾶλλον νά κινδυνεύουμε νά σαγηνευτοῦμε ἀπό τούς κοσμικούς ἀνθρώπους; Καί νά παλεύουμε καί νά χαροπαλεύουμε πολλές φορές μεταξύ πνευματικῆς ζωῆς καί κοσμικῆς ζωῆς;.. Ἡ ἀπάντηση εἶναι βέβαια ὅτι δέν ἔχουμε ἀρκετά καλλιεργήσει τίς ἀρετές. Γιατί λένε οἱ Ἅγιοι Πατέρες, στό μέτρο πού καλλιεργοῦμε τίς ἀρετές, ἐνεργοποιοῦμε αὐτή τή Χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.

Τρίτη 5 Μαρτίου 2024

«Ἡ ἀγάπη πρός τούς ἐχθρούς. Ἡ διάκριση καλοῦ καί κακοῦ» Ἅγιος Σιλουανός ὁ Ἀθωνίτης, π. Σωφρονίου, 20ο Μέρος. Ἀρχ. Σάββας Ἁγιορείτης





Συνεχίζουμε μέ τή Χάρη τοῦ Θεοῦ ἀπό τόν Ἅγιο Σιλουανό. Καί σήμερα τό κεφάλαιο ἐπιγράφεται γιά τήν ἀγάπη πρός τούς ἐχθρούς. «Ὅπως κάθε ὀρθολογιστική κοσμοθεωρία ἔχει τό λογικό της συμπλήρωμα, τήν διαλεκτική της, ἔτσι καί ὁ πνευματικός κόσμος ἔχει τή δική του δομή, τή δική του διαλεκτική. Ἡ διαλεκτική, ὅμως, τῆς πνευματικῆς ἐμπειρίας εἶναι πολύ ἰδιότυπη καί δέν συμπίπτει μέ τήν πορεία τῆς συνηθισμένης διανόησης»[1]. Δηλαδή ἔχει ἕναν τρόπο πορείας καί σκέψης τό κάθε -θά λέγαμε- σύστημα, ἡ κάθε κοσμοθεωρία. Οἱ κοσμοθεωρίες, οἱ θεωρίες τοῦ κόσμου, οἱ φιλοσοφίες τοῦ κόσμου βασίζονται στήν λογική. Ἄν ποῦμε ὅτι καί ἡ πίστη μας εἶναι μία θεωρία, ἕνα σύστημα, ἔχει καί ἡ πίστη μας δική της λογική, ἡ ὁποία ὅμως δέν εἶναι ὅμοια μέ τήν λογική τοῦ κόσμου. Εἶναι πολύ ἰδιότυπη, λέει ὁ π. Σωφρόνιος. Καί ἡ πορεία τῆς διανόησης εἶναι πολύ διαφορετική ἀπό αὐτή πού ὑπάρχει στά κοσμικά δεδομένα.

«Ἔτσι, μπορεῖ νά φανεῖ παράδοξο -καί παράξενο- στούς ὀρθολογιστές τό κριτήριο τῆς ἀληθινῆς πίστεως πού ὑποδεικνύει ὁ μακαριστός Γέροντας», ὁ Ἅγιος Σιλουανός, «τό κριτήριο τῆς γνήσιας κοινωνίας μέ τόν Θεό, τό γνώρισμα τῆς ἐνέργειας τῆς Χάρης». Ποιό εἶναι αὐτό τό κριτήριο; Λέει ὁ Ἅγιος Σιλουανός, «εἶναι ἡ ἀγάπη πρός τούς ἐχθρούς»[2]. Δηλαδή, θέλεις νά δεῖς ἄν ἔχεις πίστη στόν Θεό; Ἐξέτασε τόν ἑαυτό σου, ἄν ἀγαπᾶς τούς ἐχθρούς. Θέλεις νά δεῖς ἄν ἔχεις γνήσια κοινωνία μέ τόν Θεό; Πάλι τό ἴδιο, τό κριτήριο εἶναι ἄν ἀγαπᾶς τούς ἐχθρούς. Θέλεις νά δεῖς ἄν ἡ Χάρις ἐνεργεῖ μέσα σου; Ψάξε νά βρεῖς ἄν ἔχεις ἀγάπη γιά τούς ἐχθρούς σου. Αὐτό, γιά τόν ἄνθρωπο πού εἶναι μακριά ἀπό τόν Θεό, ἤ καί γιά αὐτούς πού λένε ὅτι εἶναι κοντά στόν Θεό, πολλές φορές εἶναι παράδοξο! Κι ὅμως εἶναι πολύ ἀληθινό, ὅπως θά τό δοῦμε. Γιατί ἡ ἀγάπη πρός τόν Θεό ἀποδεικνύεται ἀπό τήν ἀγάπη πρός τόν πλησίον. Γι’ αὐτό λέγει ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Θεολόγος, «αὐτός πού λέγει ὅτι ἀγαπᾶ τόν Θεό καί τόν ἀδελφόν αὐτοῦ μισεῖ, ψεύστης ἐστίν»[3]. Εἶναι ψεύτης, λέει ψέματα. Γι’ αὐτό ἔχει τεράστια σημασία ἡ δεύτερη ἐντολή, τό «ν’ ἀγαπήσεις τόν πλησίον σου»[4] δηλαδή, ἡ ὁποία, ἐάν ἐκπληρώνεται, μᾶς δίνει καί μία ἄς τό ποῦμε ἀπόδειξη ὅτι ἰσχύει καί ἡ πρώτη ἐντολή, δηλαδή ὅτι ἀγαπᾶμε τόν Θεό. Ἐνῶ πολλοί ἄνθρωποι πού λένε ὅτι ἀγαποῦνε τόν Θεό, φαινομενικά φαίνεται ὅτι Τόν ἀγαποῦν, ὅμως δέν ἀγαποῦν τόν πλησίον καί μάλιστα τόν ἐχθρό, ἀποδεικνύουν στήν πράξη ὅτι δέν ἀγαποῦν καί τόν Θεό! Γιατί ἕνας πού ἀγαπάει τόν Θεό, ἀγαπάει καί ὅλα ὅσα ἀγαπάει ὁ Θεός. Καί ὁ Θεός ἀγαπάει τούς πάντες.

Πέμπτη 29 Φεβρουαρίου 2024

«Ἡ ἐξέλιξη τοῦ λογισμοῦ καί ἡ ἀντιμετώπισή του» Ἅγιος Σιλουανός ὁ Ἀθωνίτης, π. Σωφρονίου, 23ο Μέρος. Ἀρχ. Σάββας Ἁγιορείτης





«Ἡ ἐξέλιξη τοῦ λογισμοῦ»[1] εἶναι ὁ τίτλος τοῦ κεφαλαίου πού θά ἀρχίσουμε νά ἐξετάζουμε σήμερα. Καί εἶναι ἕνα ἐκτενές κεφάλαιο τοῦ Ἁγίου Σιλουανοῦ, ἀπό τό βιβλίο τοῦ Ἁγίου Σιλουανοῦ, τό γράφει ὁ π. Σωφρόνιος, καί ἀφορᾶ στόν λογισμό καί πῶς ἐξελίσσεται καί γίνεται καί ἁμαρτία μέσα στόν ἄνθρωπο. Καί μετά, ἄν μπορέσει ὁ ἄνθρωπος πού ἔχει συγκατατεθεῖ στήν ἁμαρτία, προχωρεῖ καί στό τελικό στάδιο, στήν ἔμπρακτη ἁμαρτία, πού τήν κάνει πλέον καί μέ τό σῶμα. Ἡ ρίζα ὅμως τῆς ἁμαρτίας εἶναι στόν λογισμό, ὁ ὁποῖος ἔχει κάποια στάδια (ἡ ἁμαρτία μέσα μας). Τό πρωταρχικό στάδιο δέν εἶναι ἁμαρτία, εἶναι μία προσβολή. Ὅπως καί ὁ Κύριος εἶχε προσβολή πειρασμοῦ στήν ἔρημο ἀπό τόν διάβολο, ἀλλά βεβαίως δέν ὑπέκυψε καθόλου. Καί εἶναι ὁ τελείως ἀναμάρητος καί ὁ ἀπείρως καθαρός Κύριος! Ἀλλά μᾶς δίνει αὐτή τήν δυνατότητα καί σέ μᾶς, νά φυλᾶμε τόν νοῦ μας καθαρό.

Λέγει ὁ π. Σωφρόνιος: «Ἡ ἁμαρτία πραγματοποιεῖται περνώντας ἀπό τίς καθορισμένες φάσεις τῆς ἐσωτερικῆς της ἐξελίξεως. Πρώτη μορφή εἶναι μία πνευματική ἐπίδραση, πού προσεγγίζει ἀπό ἔξω τόν ἄνθρωπο καί πού ἀρχικά μπορεῖ νά εἶναι ἐντελῶς ἀσαφής καί ἀόριστη», κάτι τό ἀκαθόριστο ἡ πρώτη ἐπίδραση. «Τό πρωταρχικό στάδιο μορφοποιήσεως εἶναι ἡ ἐμφάνιση μιᾶς «εἰκόνας» στό ἐσωτερικό «ὀπτικό» πεδίο τοῦ ἀνθρώπου». «Εἰκόνα» ἡ λέξη σέ εἰσαγωγικά μέσα, ἕνα κάτι πού ἐμφανίζεται στό ἐσωτερικό «ὀπτικό» πεδίο τοῦ ἀνθρώπου. «Καί ἐφόσον αὐτό δέν ἐξαρτᾶται ἀπό τή θέληση τοῦ ἀνθρώπου, δέν λογίζεται ὡς ἁμαρτία»[2]. Δέν εἶναι ἁμαρτία αὐτό τό πράγμα.

«Οἱ εἰκόνες ἄλλοτε ἔχουν χαρακτήρα ἐποπτικό, ἄλλοτε κυρίως νοητικό καί συχνότερα μικτό. Ὅταν ὅμως οἱ ἐποπτικές εἰκόνες σέρνουν πίσω τους αὐτή ἤ ἐκείνη τήν σκέψη, τότε οἱ ἀσκητές ἀποκαλοῦν ὅλες τίς εἰκόνες «λογισμούς»», ὅταν δηλαδή ἡ εἰκόνα συνδέεται καί μέ μία σκέψη. «Στόν ἀπαθή ἄνθρωπο ὁ «κυρίαρχος» νοῦς», νοῦς ὁ ὁποῖος πλέον εἶναι ὁ κυβερνήτης στόν ἀπαθή ἄνθρωπο, κυβερνάει ὁ νοῦς, σ’ αὐτόν τόν ἄνθρωπο λοιπόν, «μπορεῖ νά προσηλώσει τήν προσοχή του - ὁ νοῦς - στόν ἐπερχόμενο λογισμό ὡς γνωστική δύναμη τοῦ εἶναι, παραμένοντας τελείως ἐλεύθερος ἀπό τήν ἐξουσία τοῦ λογισμοῦ. Ἄν, ὅμως, ὑπάρχει μέσα στόν ἄνθρωπο «τόπος», κατάλληλο ἔδαφος, εὔνοια πρός τό πνεῦμα πού περιέχει ὁ λογισμός, τότε ἡ ἐνέργεια τοῦ λογισμοῦ ἐπιδιώκει νά καταλάβει βιαίως τόν ψυχικό κόσμο τοῦ ἀνθρώπου. Καί τό κατορθώνει, προκαλώντας στήν ψυχή, πού ἔχει προδιάθεση γιά τό πάθος, ἕνα αἴσθημα ἡδονῆς, πού προσιδιάζει στό α΄ ἤ β΄ πάθος. Ἀκριβῶς σέ αὐτήν τήν ἡδονή συνίσταται ὁ «πειρασμός»». Ὁ διάβολος δηλαδή μᾶς φέρνει κάποιες ἡδονές, οἱ ὁποῖες προσιδιάζουν σ’ αὐτό τό πάθος πού ὑπάρχει μέσα μας, καί ἐκεῖ προσπαθεῖ νά καταλάβει ὅλη τήν ψυχή διαμέσου τῆς ἡδονῆς.

Τετάρτη 28 Φεβρουαρίου 2024

Ἡ ἀδιάλειπτη προσευχή. Οἱ τρεῖς τρόποι προσευχῆς Ἅγιος Σιλουανός ὁ Ἀθωνίτης, π. Σωφρονίου, 22ο Μέρος. Ἀρχ. Σάββας Ἁγιορείτης






Συνεχίζουμε, μέ τήν Χάρη τοῦ Θεοῦ, τή μελέτη μας στό βιβλίο τοῦ Ἁγίου Σιλουανοῦ, πού τό ἔχει γράψει ὁ π. Σωφρόνιος Σαχάρωφ, μέ ἕνα μικρό κεφάλαιο πού ἔχει τίτλο «Τό ἀδιάλειπτο τῆς προσευχῆς τοῦ Γέροντα.

Ὁ Κύριος πρίν ἀπό τήν ἔξοδό Του εἶπε: «Ἔρχεται ὁ τοῦ κόσμου ἄρχων, καί ἐν Ἐμοί οὔκ ἔχει οὐδέν»[1]». Λίγο πρίν παραδοθεῖ στόν ἑκούσιο θάνατο ὁ Κύριος, εἶπε στούς Ἁγίους Ἀποστόλους αὐτή τήν φράση, «ἔρχεται ὁ ἄρχοντας αὐτοῦ τοῦ κόσμου», ὁ διάβολος δηλαδή, «καί σέ Ἐμένα δέν ἔχει τίποτε»[2]», δέν θά βρεῖ τίποτε, δηλαδή καμία πρόσβαση, γιατί δέν ἔχω κάνει καμία ἁμαρτία ὡς ἄνθρωπος. «Ὅποιος κάποτε προσπάθησε νά τηρήσει στή ζωή του τίς ἐντολές τοῦ Χριστοῦ», λέει ὁ π. Σωφρόνιος, «αὐτός μπορεῖ νά ἐννοήσει ὡς ἕνα σημεῖο τό ἄμετρο μεγαλεῖο αὐτοῦ τοῦ λόγου τοῦ Χριστοῦ», τί σημαίνει δηλαδή αὐτό πού λέει ὁ Χριστός ὅτι δέν ἔκανα καμία ἁμαρτία. Εἶναι μεγαλειῶδες αὐτό καί τό καταλαβαίνει αὐτός πού προσπάθησε ἔστω γιά λίγο νά τηρήσει τόν ἑαυτό του μακριά ἀπό τήν ἁμαρτία. Εἶναι πάρα-πάρα πολύ δύσκολο, γιά νά μήν ποῦμε ἀδύνατο! Χωρίς τήν Χάρη τοῦ Θεοῦ βεβαιως εἶναι ἀδύνατο! «Ἄμετρο γιά κάθε ἄνθρωπο σέ ὅλη τήν ἱστορία τοῦ κόσμου»[3] εἶναι τό μεγαλεῖο αὐτό τῆς ἀναμαρτησίας τοῦ Χριστοῦ.

«Κατά τήν ἐπίγεια ζωή τοῦ Χριστοῦ οἱ ἄνθρωποι πού Τόν ἄκουγαν ἀποροῦσαν, ὅπως καί οἱ τωρινοί. Ὅ,τι ἔλεγε ὁ Χριστός, δέν ἤτανε «κατ' ἄνθρωπον»[4]». Ὑπερέβαινε δηλαδή τά ἀνθρώπινα. «Αὐτό τό ἔβλεπαν ὅλοι, ἀλλά δέν εἶχαν τή δύναμη νά δεχτοῦν τήν ἐπιφάνεια τοῦ Θεοῦ σέ τόσο ταπεινό σχῆμα». Γιατί ἔβλεπαν ἕναν ἁπλό ἄνθρωπο σάν κι αὐτούς καί δέν ἤθελαν νά δεχθοῦν, δέν θέλανε νά δεχθοῦν ὅτι αὐτός εἶναι ὁ Θεός «καί γι' αὐτό κραύγαζαν: Δαιμόνιον ἔχει». Εἶναι δαιμονισμένος! «Ἄλλοι ἔλεγαν: «Ταῦτα τά ρήματα οὐκ ἔστι δαιμονιζομένου»[5]. Αὐτά τά λόγια δέν εἶναι λόγια δαιμονισμένου ἀνθρώπου. «Ἔλεγον δέ πολλοί ἐξ αὐτῶν· δαιμόνιον ἔχει καί μαίνεται· τί αὐτοῦ ἀκούετε;»[6]». Λέγανε, τί Τόν ἀκοῦτε; Ἔχει δαιμόνιο. «Ἄλλοι ὅμως ἀποκρίνονταν: «Ἀληθῶς προφήτης ἐστί»[7], καί «σχίσμα ἐν τῷ ὄχλῳ ἐγένετο δι᾿ Αὐτόν»[8]»[9]. Ἤτανε ὁ Χριστός μας, ὅπως εἶναι καί σήμερα, σημεῖο ἀντιλεγόμενο∙ οἱ μέν τόν ἔλεγαν προφήτη, οἱ ἄλλοι δαιμονισμένο καί ἀρχηγό τῶν δαιμόνων! Καί σχίσμα ὑπῆρχε ἀνάμεσα στούς ἀνθρώπους ὅσον ἀφορᾶ τήν γνώμη τους γιά τόν Χριστό. Καί αὐτό βεβαίως ἐπαναλαμβάνεται καί σήμερα καί γιά τόν Χριστό καί γιά τούς ἀνθρώπους τοῦ Χριστοῦ! Βλέπετε, οἱ Ἅγιοι δέν εἶναι ἀποδεκτοί ἀπό ὅλους. Ἀκόμα καί ὁ Ἅγιος Παΐσιος, πού πρόσφατα ἀναγνωρίστηκε ὡς Ἅγιος, στό Ἅγιον Ὄρος δέν εἶναι παραδεκτός ἀπό ὅλους! Δηλαδή ὑπάρχει αὐτή ἡ διχογνωμία, γιατί ἀκριβῶς ὑπάρχουνε διαφορετικές πνευματικές καταστάσεις. Καί ἄνθρωποι πού ὑποτίθεται ὅτι εἶναι τοῦ Θεοῦ καί τῆς Ἐκκλησίας, ὅμως δέν ἔχουνε αὐτή τήν γνώση, τήν διάκριση, τήν καθαρότητα, τήν ταπείνωση νά δοῦν καί νά ἀποδεχθοῦν τήν ἁγιότητα.

Τρίτη 27 Φεβρουαρίου 2024

Ἡ Ἐκκλησία. Ἡ διαφορά χριστιανικῆς ἀγάπης καί ἀνθρώπινης δικαιοσύνης Ἅγιος Σιλουανός ὁ Ἀθωνίτης, π. Σωφρονίου, 21ο Μέρος. Ἀρχ. Σάββας Ἁγιορείτης






«Ἡ ὁδός τῆς Ἐκκλησίας» εἶναι ὁ τίτλος τοῦ κεφαλαίου πού θά δοῦμε σήμερα ἀπό τόν Ἅγιο Σιλουανό. ««Στήν Ἐκκλησία μας δόθηκε μέ τό Ἅγιο Πνεῦμα ἡ ἐπίγνωση τῶν μυστηρίων τοῦ Θεοῦ καί Αὐτή (ἡ Ἐκκλησία δηλαδή) εἶναι ἰσχυρή μέ τήν ἅγια σκέψη της καί τήν ὑπὁμονή της». Τό μυστήριο τοϋ Θεοῦ πού γνωρίζει ἡ Ἐκκλησία μέ τό Ἅγιο Πνεῦμα εἶναι ἡ ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ», ἑρμηνεύει τώρα ὁ π. Σωφρόνιος αὐτά τά λόγια προφανῶς τοῦ Ἁγίου Σιλουανοῦ. «Ἡ ἅγια σκέψη Της εἶναι «νά σωθοῦν οἱ πάντες»»[1]. Ἡ Ἐκκλησία, ξέρουμε, ὅτι εἶναι τό σῶμα τοῦ Χριστοῦ καί ὁ Χριστός μας ἔχει ἕνα μόνο θέλημα. Ποιό εἶναι τό θέλημα τοῦ Χριστοῦ; Ὁ Θεός, ὁ Χριστός, «θέλει πάντας ἀνθρώπους σωθῆναι καί εἰς ἐπίγνωσιν ἀληθείας ἐλθεῖν»[2]. Καί αὐτό τό ἴδιο εἶναι καί θέλημα τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ Ἐκκλησία θέλει νά σωθοῦν οἱ πάντες. Γι’ αὐτό καί ἡ προοπτική της εἶναι ν’ ἀγκαλιάσει σύνολη τήν ἀνθρωπότητα. Γι’ αὐτό καί οἱ χριστιανοί, πού ἤδη εἶναι μέσα στήν Ἐκκλησία, πρέπει νά εἶναι μέ ἀνοιχτές τίς ἀγκάλες τους νά δεχθοῦν κάθε καινούριο πού θά θελήσει νά μπεῖ μέσα στήν Ἐκκλησία. Θά πρέπει καί οἱ χριστιανοί, ὁ καθένας, νά ἔχει τήν ἐπιθυμία ὅλοι οἱ ἄνθρωποι τῆς γῆς νά μποῦνε μέσα στήν Ἐκκλησία!

Σήμερα εἶναι λυπηρό τό φαινόμενο πού οἱ πλεῖστοι ἄνθρωποι εἶναι ἐκτός Ἐκκλησίας. Γνωρίζουμε ὅτι ἡ ἀληθινή Ἐκκλησία, ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, ἔχει περίπου 500 ἑκατομμύρια, ἐνῶ ἡ γῆ ἔχει περίπου 7,5 δισεκατομμύρια. Ὅλοι αὐτοί λοιπόν πού εἶναι ἐκτός Ἐκκλησίας εἶναι ἕνα λυπηρό θά λέγαμε φαινόμενο καί γεγονός, πού θά πρέπει ὅλους νά μᾶς ἀνησυχεῖ, νά μᾶς προβληματίζει καί νά μᾶς κάνει νά προσευχόμαστε, ὥστε ὅλοι αὐτοί οἱ ὁποῖοι δυνάμει θά λέγαμε εἶναι μέσα στήν Ἐκκλησία νά γίνουν καί ἐνεργεία. Γιατί ὁ Χριστός καί ἡ Ἐκκλησία θέλουν ὅλοι νά σωθοῦν.

«Ἡ Ἐκκλησία κηρύττει στόν κόσμο τήν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ καί καλεῖ ὅλους στήν πληρότητα τῆς θείας ζωῆς. Οἱ ἄνθρωποι ὅμως δέν ἐννοοῦν αὐτό τό προσκλητήριο καί τό ἀπορρίπτουν. Καλώντας ὅλους νά τηροῦν τήν ἐντολή τοῦ Χριστοῦ «ἀγαπᾶτε τούς ἐχθρούς ὑμῶν»[3], ἡ Ἐκκλησία στέκεται στή μέση ἀπό ὅλες τίς ἐχθρικές δυνάμεις. Ὁ διάβολος εἶναι ἀνθρωποκτόνος καί σπορέας τοῦ μίσους. Γι’ αὐτό καί τούς ἀνθρώπους πού εἶναι μακριά ἀπό τόν Χριστό τούς κρατάει σέ μιά κατάσταση χωρισμοῦ-διάσπασης»[4]. Ἄν προσέξει κανείς, καί ὁ σύγχρονος κόσμος ὅλος καί τά ἔθνη καί οἱ κοινωνίες καί οἱ οἰκογένειες καί ὅλες ἄς τό ποῦμε οἱ ἀνθρώπινες ἑνότητες ἤ συλλογικότητες ζοῦνε αὐτή τήν κατάσταση τῆς διάσπασης, τοῦ χωρισμοῦ, τοῦ μίσους καί τῆς ἔχθρας. Κι ἄν ὑπάρχει μιά φαινομενική ἠρεμία καί ἑνότητα, αὐτή εἶναι πάρα πολύ εὔθραυστη. Ἡ Ἐκκλησία λοιπόν, πού κηρύττει αὐτή τήν κατάλυση τοῦ μίσους, κηρύττει τήν ἀγάπη στούς ἐχθρούς, δέν εἶναι ἀρεστή, στόν διάβολο πρωτίστως καί μετά σ’ ὅλους αὐτούς πού ὑπηρετοῦν τίς ἐντολές τοῦ διαβόλου.

Παρασκευή 23 Φεβρουαρίου 2024

«Ἡ αἰώνια ζωή» Ἅγιος Σιλουανός ὁ Ἀθωνίτης, π. Σωφρονίου, 26ο Μέρος.Ἀρχ. Σάββας Ἁγιορείτης





Συνεχίζουμε τόν Ἅγιο Σιλουανό καί σήμερα. Τό κεφάλαιο ἔχει τίτλο «Πεῖρα αἰωνιότητας»[1]. Μᾶς εἶχε μιλήσει ὁ Γέροντας Σωφρόνιος γιά τήν νοερά ἡσυχία καί γιά τήν σχετική διδασκαλία τοῦ Ἁγίου Σιλουανοῦ καί εἶχε τελειώσει ἐκεῖνο τό κεφάλαιο τό προηγούμενο μέ τήν παρατήρηση πού κάνει ὁ π. Σωφρόνιος, ὅτι ὁ ἄνθρωπος μπορεῖ νά κοινωνήσει λίγο στήν αἰώνια ζωή, νά ζήσει λίγο δηλαδή τήν αἰώνια ζωή τοῦ Θεοῦ ἀπ’ αὐτή τή ζωή! Καί φυσικά μετά τήν κοίμησή του νά ζεῖ αἰώνια τήν ζωή τοῦ Θεοῦ.

Καί λέγει τώρα: «Ἀνακόλουθη καί ἀντιφατική εἶναι ἡ περιγραφή τῆς νοερᾶς ἡσυχίας, μιᾶς ζωῆς καταπληκτικῆς ἐξαιτίας τοῦ πλούτου καί τοῦ μεγαλείου της ἀλλά καί ἐξαιτίας τῆς ἰδιομορφίας της». Γιά ἕναν ἄνθρωπο πού δέν ἔχει καθόλου πεῖρα ἀπό πνευματική ζωή, ἀκούγονται παράξενα αὐτά τά πράγματα. Λέει ὁ π. Σωφρόνιος, «δέν ἀμφιβάλλουμε ὅτι γιά πολλούς, συνηθισμένους νά κινοῦνται μέσα στά ὅρια τῆς τυπικῆς λογικῆς, μπορεῖ νά φανοῦν σάν ὁλοφάνερος παραλογισμός τά λόγια ὅτι ὁ ἄνθρωπος σέ ἕνα ἀπροσδιόριστο χρονικό διάστημα μπαίνει στήν αἰώνια ζωή μέ ὑπαρξιακή ἐνάργεια»[2], ὅτι μπορεῖ δηλαδή ὁ ἄνθρωπος νά ζήσει τήν αἰώνια ζωή ἀπό τώρα. Ἡ ὑποδούλωση στή λογική εἶναι τό χαρακτηριστικό τοῦ σύγχρονου ἀνθρώπου. Ὁ ἄνθρωπος σήμερα δέν λειτουργεῖ μέ τήν καρδιά, ὅπως θά ἔπρεπε, ἀλλά μέ τήν λογική. Ὅταν λέμε μέ τήν καρδιά, δέν ἐννοοῦμε μόνο μέ τό συναίσθημα, ἀλλά θά πρέπει νά λειτουργεῖ μέ τόν νοῦ τόν καθαρό, ὁ ὁποῖος νά βλέπει τόν Θεό. Καί ἐπειδή ὁ νοῦς ἑδράζεται στήν καρδιά, γι’ αὐτό λέμε νά λειτουργεῖ μέ τήν καρδιά. Ὁ ἄνθρωπος σήμερα δυστυχῶς ἔχει ξεχάσει τόν νοῦ, ἤ θά λέγαμε πιό σωστά, τόν ἔχει ὑποδουλώσει στήν λογική, πού εἶναι μία ἐνέργεια, τῆς ψυχῆς βεβαίως κι αὐτή, ἀλλά φανερώνεται στόν ἐγκέφαλο καί δέν μπορεῖ νά δεῖ τόν Θεό. Καί ὑποδουλωμένος ὁ νοῦς στήν λογική δέν βλέπει τόν Θεό! Γιατί ὁ νοῦς πρέπει νά εἶναι καθαρός ἀπό κάθε λογισμό γιά νά δεῖ τόν Θεό.

Πέμπτη 22 Φεβρουαρίου 2024

«Τά θεμέλια τῆς ἱερᾶς ἡσυχίας» Ἅγιος Σιλουανός ὁ Ἀθωνίτης, π. Σωφρονίου, 25ο Μέρος. Ἀρχ. Σάββας Ἀγιορείτης





Θά ποῦμε καί σήμερα, μέ τήν Χάρη τοῦ Θεοῦ, τή συνέχεια ἀπό τόν Ἅγιο Σιλουανό καί ἔχουμε φτάσει στό κεφάλαιο πού μιλάει γιά τήν ἡσυχία, τήν ἱερά ἡσυχία, ἡ ὁποία εἶναι ἐντολή τοῦ Χριστοῦ. Καί τό θεμέλιο τῆς ἡσυχίας, τῆς ἱερᾶς ἡσυχίας γιά τήν ὁποία μιλήσαμε τίς προηγούμενες φορές, εἶναι ἡ πρώτη ἐντολή, τό «ν’ ἀγαπήσεις Κύριον τόν Θεόν σου ἐξ ὅλης τῆς καρδίας σου καί ἐξ ὅλης τῆς ψυχῆς σου καί ἐξ ὅλης τῆς διανοίας σου»[1].

Καί λέει ὁ π. Σωφρόνιος: «Μερικοί ἀπό τούς Ἁγίους Πατέρες διακρίνουν στά ἀσκητικά τους ἔργα δύο τρόπους πνευματικῆς ζωῆς: πρακτικῆς καί θεωρητικῆς∙ καί ὀνομάζουν τήν πρώτη «ὁδό τῆς τηρήσεως τῶν ἐντολῶν»»[2]. Πράγματι, καί στήν Φιλοκαλία θά δεῖτε, μιλάει γι’ αὐτούς τούς δύο τρόπους, πρακτική καί θεωρητική ὁδός. Πρακτική ὁδός εἶναι ἡ τήρησις τῶν ἐντολῶν καί κατεξοχήν ἡ ἄσκηση, ἡ κακοπάθεια, ἡ νηστεία, ἡ ἀγρυπνία, ἡ προσευχή. Ἡ θεωρητική ὁδός εἶναι κυρίως ἡ ἐξάσκηση τῆς νοερᾶς προσευχῆς. Αὐτό δέν σημαίνει βεβαίως ὅτι αὐτός πού ἀκολουθεῖ τήν θεωρητική ὁδό δέν προσπαθεῖ νά τηρήσει ὅλες τίς ἐντολές. Φυσικά! Γι’ αὐτό καί θά ἀκούσουμε τή συνέχεια ἐδῶ τοῦ π. Σωφρονίου πού λέει (καί γι’ αὐτό λέει αὐτά πού λέει).

«Ὁ Γέροντας Σιλουανός σκεφτότανε λίγο διαφορετικά· διέκρινε ἐπίσης τή ζωή σέ πρακτική καί θεωρητική, ἀλλά θεωροῦσε καί τή μία καί τήν ἄλλη ὡς τήρηση τῶν ἐντολῶν»[3]. Καί πράγματι ἔτσι εἶναι, γιατί ὁ θεωρητικός, πού κατεξοχήν δηλαδή προσεύχεται συνεχῶς καί λέει τό Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ ἐλέησόν με, τί κάνει; Ἀγαπάει τόν Θεό καί ἐκπληρώνει τήν πρώτη ἐντολή∙ ἡ ὁποία εἶναι ἡ βάση, ἡ ἀγάπη πρός τόν Θεό δηλαδή, γιά νά μπορέσει κανείς νά τηρήσει καί ὅλες τίς ὑπόλοιπες ἐντολές. Γιατί ἄν κανείς δέν ἔχει ἀγάπη στόν Θεό, δέν πιστεύει στόν Θεό, δέν προσπαθεῖ μετά φυσικά ν’ ἀγαπήσει οὔτε τόν πλησίον, δέν προσπαθεῖ, οὔτε νά κάνει κάποια ἄλλη ἀπό τίς ἐντολές τοῦ Θεοῦ. Ἑπομένως, καί οἱ δυό τρόποι εἶναι τήρηση τῶν ἐντολῶν, καί ἡ πρακτική καί ἡ θεωρητική ζωή.

Τετάρτη 21 Φεβρουαρίου 2024

Ἀπό τίς ἀσκητικές σημειώσεις

9. ΑΠΟ ΤΙΣ ΑΣΚΗΤΙΚΕΣ ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

α. Ομοίωση προς τον Χριστό

Όποιος πραγματικά μένει εν Χριστώ, αυτός δεν μπορεί παρά να συμπεριφέρεται, όπως συμπεριφερόταν ο Ίδιος ο Χριστός. Όποιος αληθινά αγαπά τον Χριστό, αυτός πραγματικά θα φυλάσσει τις εντολές Του, γιατί δεν είναι δυνατόν να αγαπά τον Χριστό, χωρίς να ασπάζεται τις εντολές Του, με τις οποίες εκφράζεται το πνεύμα Του. Ο Χριστός είναι το Φως το αληθινό, και όποιος είδε το Φως αυτό και παραμένει σε αυτό, αυτός με φυσικό τρόπο θα είναι και στις εκδηλώσεις του όμοιος με τον Χριστό. Σε τι όμως εκφράζεται η ομοίωση αυτή; Κυρίως στο ότι θα παίρνει επάνω του τα βάρη των αδελφών του, δηλαδή θα θεωρεί τον εαυτό του ένοχο για το κακό που γίνεται, και σταδιακά, αυξάνοντας κατά τη συνείδηση αυτή, θα δέχεται κάθε θάνατο με καλή θέληση, χωρίς καθόλου να βλέπει από πού αυτός έρχεται και τι είδους είναι. Αν κάποιος έρχεται να τον φονεύσει, η καρδιά του δεν θα κινηθεί να ενοχοποιήσει τον φονιά του· αν η αρρώστια τον καταστρέφει, δεν θα χάσει την ψυχική ειρήνη· αν υποβληθεί στις επιθέσεις των δαιμόνων, δεν θα φοβηθεί και δεν θα χάσει την κατάνυξη του. Αυτό σημαίνει να μισήσει την ψυχή του.

β. Συγχώρηση των αμαρτιών

Σύμφωνα με τη διδαχή των αγίων Αποστόλων, στον άνθρωπο δίδεται «άφεσις αμαρτιών». Γι’ αυτό ακριβώς μαρτυρούν σε όλους τους αιώνες οι άνθρωποι που το γνώρισαν αυτό εμπειρικά, λαμβάνοντας τη χάρη του Αγίου Πνεύματος. Αυτό παρέχει αναμφίβολα στον έσω άνθρωπο μαρτυρία για το θαυμαστό αυτό γεγονός. Να μερικά σημεία αναμφισβήτητης εσωτερικής μαρτυρίας: κάποια αληθινά «ιδιαίτερη» ενέργεια Πνεύματος, που προκαλεί θαυμαστή αλλοίωση του νου και της καρδιάς· ιδιαίτερη ενέργεια, ως τότε άγνωστη, ξεχωριστή από όλα τα άλλα «φυσικά» βιώματα, και ως εκ τούτου δυνάμενη να εκληφθεί ως συνέπεια φαντασίας ή καρπός τεχνητής αυτοδιεγέρσεως· ήσυχη, αλλά ισχυρή και αγία χαρά και εσωτερική ειρήνη, που αποκτά τέτοια δύναμη, ώστε η ψυχή να λησμονεί όλο τον κόσμο, να περιέρχεται σε κατάσταση απώλειας της αισθήσεως του υλικού κόσμου. Μετά από αυτό αλλάζει ολόκληρη η ζωή του ανθρώπου με τον ριζικότερο τρόπο· η καρδιά φέρεται τρυφερότερα προς τους ανθρώπους και ο νους αντιλαμβάνεται όλα τα πράγματα διαφορετικά.

Τρίτη 20 Φεβρουαρίου 2024

«Προφύλαξη τῆς καρδιᾶς ἀπό τούς λογισμούς» Ἅγιος Σιλουανός ὁ Ἀθωνίτης, π. Σωφρονίου, 24ο Μέρος.Ἀρχ. Σάββας Ἁγιορείτης






Εἴχαμε ἀρχίσει τήν προηγούμενη φορά, μέ τή Χάρη τοῦ Θεοῦ, νά μιλᾶμε γιά τούς λογισμούς, τήν ἐξέλιξή τους καί τήν ἀντιμετώπισή τους. Καί εἴχαμε μιλήσει καί γιά τήν προσευχή, ἡ ὁποία ὡς φρουρός στήν καρδιά, ἐμποδίζει τόν λογισμό νά εἰσέλθει καί νά μολύνει τήν καρδιά. Καί θά συνεχίσουμε σήμερα πάνω στό ἴδιο θέμα.

«Ἡ οὐσία τῆς ἀσκητικῆς ὁδοῦ τοῦ Γέροντα», λέει ὁ π. Σωφρόνιος, «μπορεῖ νά ἐκφρασθεῖ μέ λίγες λέξεις: προφύλαξη τῆς καρδιᾶς ἀπό κάθε ξένο λογισμό μέσω τῆς ἐσωτερικῆς νοερῆς προσοχῆς, γιά νά ἀποφύγει κάθε ξένη ἐπίδραση καί νά ἐπιτύχει τήν παράσταση ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ μέ τήν καθαρή προσευχή»[1]. Ὁ Ἅγιος Σιλουανός δηλαδή ἔκανε αὐτό τό πράγμα, προσπαθοῦσε νά φυλάει, νά προφυλάσσει τήν καρδία του ἀπό κάθε ξένο λογισμό μέ μία ἐσωτερική νοερά προσοχή γιά νά ἀποφύγει κάθε ξένη ἐπίδραση. Καί ἔτσι προχωροῦσε μετά καί στήν καθαρά προσευχή. Δέν μπορεῖ νά ἔχει κανείς καθαρή προσευχή, ἄν δέν ἔχει προσοχή. Γι’ αὐτό καί οἱ Πατέρες λένε, πιό σημαντικό ἡ προσοχή ἀπό τήν προσευχή! Γιατί προσευχή χωρίς προσοχή δέν εἶναι προσευχή.

«Αὐτή ἡ ἐργασία», δηλαδή διά τῆς προσοχῆς νά προσεύχεται κανείς μέσα στήν καρδία του καθαρά, «ὀνομάζεται νοερή ἡσυχία». Μᾶς τήν κληρονόμησε ἡ ζωντανή καί γραπτή παράδοση τῶν Ἁγίων Πατέρων ἀπό τούς πρώτους αἰῶνες τοῦ Χριστιανισμοῦ μέχρι τίς μέρες μας»[2], δηλαδή νά μπαίνει κανείς στήν καρδιά του, νά προσέχει νά μήν ἀφήνει ὁποιαδήποτε ἄλλη ἐπίδραση-ἐπιρροή νά εἰσέλθει, καί ἐκεῖ μέσα στήν καρδία του νά προσεύχεται. Καί αὐτό εἶναι παράδοση ἀπό τόν ἴδιο τόν Κύριο καί ἀπό τούς Ἁγίους Ἀποστόλους καί ἀπό τούς πρώτους αἰῶνες τοῦ Χριστιανισμοῦ.

«Γι' αὐτό μποροῦμε νά μιλοῦμε γιά τήν ἀσκητική ὁδό τοῦ Γέροντα», τοῦ Ἁγίου Σιλουανοῦ, «ὅπως ἔκανε καί ὁ ἴδιος, διαπραγματευόμενος γενικά τήν ὁδό τοῦ ὀρθόδοξου μοναχισμοῦ». Δέν εἶναι δηλαδή κάτι πού τό ἔκανε μόνο ὁ Ἅγιος Σιλουανός, ἀλλά εἶναι ὁ δρόμος τοῦ ὀρθόδοξου μοναχισμοῦ αὐτή ἡ διαδικασία, ἡ λειτουργία, ἡ νοερά ἡσυχία. «Ἔλεγε ὁ μακαριστός Γέροντας: «Ἄν εἶσαι θεολόγος, προσεύχεσαι καθαρά. Ἄν προσεύχεσαι καθαρά, τότε εἶσαι θεολόγος»»[3]. Καί βέβαια αὐτό εἶναι πατερικό, δέν εἶναι τοῦ Ἁγίου Σιλουανοῦ, ἀλλά εἶναι τό ἴδιο βίωμα. Ὅταν κανείς εἶναι ἀληθινά θεολόγος, τότε προσεύχεται καθαρά, καί ὅταν προσεύχεται καθαρά, τότε εἶναι ἀληθινός θεολόγος. Βλέπουμε, πώς ἡ θεολογία δηλαδή εἶναι καρπός τῆς καθαρῆς προσευχῆς. Καί ἡ καθαρή προσευχή πάλι τρέφεται, ἐνισχύεται καί τελειοποιεῖται μέ τήν θεολογία..

Παρασκευή 9 Φεβρουαρίου 2024

«Ἡ ὑπερηφάνεια καί ἡ διορατικότητα» Ἅγιος Σιλουανός ὁ Ἀθωνίτης, π. Σωφρονίου, Ἀρχ. Σάββας Ἁγιορείτης






Συνεχίζουμε, μέ τή Χάρη τοῦ Θεοῦ, τό κεφάλαιο γιά τήν φαντασία ἀπό τόν Ἅγιο Σιλουανό καί, ἄν θέλει ὁ Θεός, θά προχωρήσουμε καί στό ἑπόμενο «Περί διακρίσεως».

«Ὁ γέ­ρον­τας ἔλεγε», ὁ Ἅγιος Σιλουανός δηλαδή, «πώς ἡ ὑπε­ρη­φά­νεια δέν γνω­ρί­ζει τέλος στίς ἀξιώ­σεις της». Ὁ ὑπερήφανος δέν ἔχει τέλος στίς ἀπαιτήσεις του. «Στίς σημειώσεις» τοῦ Ἁγίου Σιλουανοῦ, «ὑπάρ­χει ἡ ἑξῆς πα­ρα­στα­τι­κή παραβο­λή: «Ἕνας κυνηγός ἀγα­ποῦ­σε πολύ τό νά πε­ρι­φέ­ρε­ται στά δάση καί τούς κάμ­πους γιά κυ­νή­γι. Μιά φορά κυ­νη­γών­τας ἀνέ­βαι­νε πολλή ὥρα σ’ ἕνα ψηλό βουνό, κι ἐπει­δή κου­ρά­στη­κε, κά­θι­σε σέ μιά με­γά­λη πέτρα. Βλέ­πον­τας ἕνα σμῆ­νος ἀπό πουλιά νά πετοῦν ἀπό τή μία κορυφή στήν ἄλλη σκέ­φτη­κε: Γιατί ὁ Θεός δέν ἔδωσε φτερά στόν ἄν­θρω­πο, γιά νά μπο­ρεῖ νά πε­τά­ει; Ἐκεί­νη τήν ὥρα περ­νοῦ­σε ἀπό τόν ἴδιο τόπο ἕνας ταπεινός ἐρη­μί­της. Γνω­ρί­ζον­τας τίς σκέ­ψεις τοῦ κυ­νη­γοῦ», προφανῶς εἶχε τό διορατικό χάρισμα, «τοῦ εἶπε: «συλ­λο­γί­ζε­σαι γιατί δέν σοῦ ἔδωσε ὁ Θεός φτερά. Ἀλλά ἄν σοῦ δώσει φτερά, πάλι δέν θά εἶσαι εὐ­χα­ρι­στη­μέ­νος καί θά πεῖς: «Τά φτερά μου εἶναι ἀδύ­να­τα καί μ’ αὐτά δέν μπορῶ νά πε­τά­ξω ὥς τόν οὐρανό γιά νά δῶ τί ὑπάρ­χει ἐκεῖ». Καί ἄν σοῦ δο­θοῦν τόσο δυνατά φτερά, πού νά μπο­ρέ­σεις νά ἀνε­βεῖς ὥς τόν οὐ­ρα­νό, θά εἶσαι καί τότε δυσαρεστημένος καί θά πεῖς: «Δέν κατα­λα­βαί­νω τί γί­νε­ται ἐδῶ». Καί ἄν σοῦ δοθεῖ νά κα­τα­λά­βεις, καί πάλι δέν θά εἶσαι εὐ­χα­ρι­στη­μέ­νος καί θά πεῖς: «γιατί ἐγώ δέν εἶμαι Ἄγ­γε­λος»; Καί ἄν σέ κάνουν Ἄγγελο, τότε καί πάλι θά εἶσαι δυ­σα­ρε­στη­μέ­νος καί θά πεῖς: Γιατί δέν εἶμαι Χερουβείμ; Καί ἄν γί­νεις Χε­ρου­βείμ, τότε θά πεῖς: Γιατί ὁ Θεός δέν μέ ἀφή­νει νά κυβερ­νῶ τόν οὐ­ρα­νό; Καί ἄν σοῦ δοθεῖ νά κυ­βερ­νήσεις τόν οὐ­ρα­νό, καί πάλι δέν θά εὐ­χα­ρι­στη­θεῖς καί, σάν κά­ποιον ἄλλον, θά ζη­τή­σεις κι ἐσύ μέ αὐ­θά­δεια περισσότερα». Ὁ κάποιος ἄλλος εἶναι ὁ διάβολος, ὁ ἑωσφόρος. «Γι’ αὐτό πάντα νά τα­πει­νώ­νε­σαι καί θά εἶσαι εὐχαριστημένος μέ ὅ,τι σοῦ δί­νε­ται καί τότε θά ζεῖς μέ τόν Θεό».

Ὁ κυνηγός εἶδε πώς ὁ ἐρη­μί­της εἶπε τήν ἀλή­θεια καί εὐ­χα­ρί­στη­σε τόν Θεό, πού τοῦ ἔστει­λε τόν μο­να­χό, γιά νά τόν συ­νε­τί­σει καί νά τόν δι­δά­ξει τόν ὁδό τῆς ταπει­νώ­σε­ως.

Ὁ γέ­ρον­τας ὑπο­γράμ­μι­ζε μέ ἐπι­μο­νή, πώς ἡ ὁδός τῶν ἁγίων ἔγ­κει­ται στό ὅτι μέ τήν τα­πεί­νω­ση ἀποκαθαίρουν τόν νοῦ ἀπό κάθε φαν­τα­σία: «Ἔλε­γαν οἱ Ἅγιοι: Θά τι­μω­ρη­θῶ στόν ἅδη. Καί αὐτό, πα­ρό­λο πού ἔκα­ναν θαύ­μα­τα! Ἤξεραν ἀπό τήν πείρα τους ὅτι, ἄν ἡ ψυχή κα­τα­δι­κά­ζει τόν ἑαυτό της στόν ἅδη, ἀλλά ἐλ­πί­ζει συγ­χρό­νως στήν εὐ­σπλαγ­χνία τοῦ Θεοῦ, τότε ἔρ­χε­ται ἡ δύ­να­μη τοῦ Θεοῦ σέ αὐτήν καί τό Ἅγιο Πνεῦ­μα μαρ­τυ­ρεῖ φανερά γιά τήν σω­τη­ρία. Μέ τήν αὐ­το­κα­τά­κρι­ση τα­πει­νώ­νε­ται ἡ ψυχή καί δέν ὑπάρ­χουν πιά καθόλου μέσα της λο­γι­σμοί, ἀλλά στέ­κε­ται μέ καθαρό νοῦ μπροστά στόν Θεό. Νά ἡ πνευ­μα­τι­κή σοφία!»[1].

Βλέπουμε ἐδῶ μιά πολύ σπουδαία θεραπευτική συνταγή γιά ὅλους μας. Θέλεις νά μήν ἔχεις λογισμούς; Νά ξεφύγεις ἀπό τήν καταδυναστεία τῆς λογικῆς καί τῶν διαφόρων ἰδεῶν πού σέ βασανίζουν; Ταπεινώσου καί αὐτοκατακρίσου, αὐτοκατηγορήσου, κατηγόρησε τόν ἑαυτό σου. Τότε θά ταπεινωθεῖς. Βλέπουμε οἱ ἄνθρωποι πού ἔχουνε κατάθλιψη, συνεχῶς κατηγοροῦνε τούς ἄλλους, κανένας δέν μ’ ἀγαπάει κλπ. κλπ. Ἡ ὁδός τῆς θεραπείας εἶναι ἀκριβῶς τό ἀντίθετο, νά κατηγορήσεις τόν ἑαυτό σου χωρίς νά ἀπελπιστεῖς καί τότε ἔρχεται ἡ θεραπεία.

Πέμπτη 8 Φεβρουαρίου 2024

«Ἡ ὑπερηφάνεια καί ἡ πάλη μέ τούς λογισμούς» Ἅγιος Σιλουανός ὁ Ἀθωνίτης, π. Σωφρονίου, 31ο Μέρος.Ἀρχ. Σάββας Ἁγιορείτης




Συνεχίζουμε, μέ τή Χάρη τοῦ Θεοῦ, ἀπό τό βιβλίο τοῦ γέροντα Σωφρόνιου «Ὁ Ἅγιος Σιλουανός»[1] καί ἐπιλέγουμε κάποια κομμάτια, ἐπειδή εἶναι καί μερικά λίγο δυσνόητα, γιά νά μήν κουραστοῦμε καί ἴσως μπερδευτοῦμε καί λίγο, καί προχωρᾶμε στά πιό ἁπλά θά ἔλεγα.

Λέει λοιπόν ὁ π. Σωφρόνιος, (εἶναι τό κεφάλαιο περί φαντασίας, πού τό εἴχαμε ξεκινήσει τίς προηγούμενες φορές∙ εἴχαμε μιλήσει γι’ αὐτό τίς τρεῖς προηγούμενες φορές καί τό συνεχίζουμε σήμερα, «Τά εἴδη τῆς φαντασίας καί ὁ ἀγώνας ἐναντίον της»), λέει λοιπόν ὁ π. Σωφρόνιος: «Ἡ χριστιανική ζωή εἶναι συμφωνία δύο θελήσεων, τῆς Θείας, καί τῆς κτι­στῆς ἀν­θρώ­πι­νης»[2]. Δηλαδή, τοῦ Θεοῦ καί τοῦ ἀνθρώπου. Γιά νά μπορέσει ὁ ἄνθρωπος νά κάνει χριστιανική ζωή χρειάζεται καί ἡ θέληση τοῦ Θεοῦ καί ἡ θέληση τοῦ ἀνθρώπου. Δηλαδή ὁ Θεός θέλει πάντοτε, ἀλλά αὐτό δέν εἶναι ἀρκετό. Θά πρέπει νά θέλει καί ὁ ἄνθρωπος καί νά συνεργαστεῖ καί ἡ ἀνθρώπινη θέληση μέ τόν Θεό. Ὁ Θεός «θέλει πάντας ἀνθρώπους σωθῆναι καί εἰς ἐπίγνωσιν ἀληθείας ἐλθεῖν»[3]. Ἄν τό θέλει καί ὁ ἄνθρωπος, μέ τή δική του θέληση τήν ἀνθρώπινη, τότε μπορεῖ νά κάνει χριστιανική ζωή. Δέν ὑπάρχει τίποτα ἄλλο πού νά ἐμποδίσει τόν ἄνθρωπο, οὔτε ὁ κόσμος οὔτε ὁ διάβολος.

«Ὁ Θεός μπο­ρεῖ νά ἐμ­φα­νι­σθεῖ στόν ἄν­θρω­πο σέ ὅλους τούς δρό­μους, σέ κάθε χρονική στιγμή καί σέ κάθε πνευ­μα­τι­κό ἤ φυσικό τόπο. Ὁ Ἴδιος ὅμως», ὁ Θεός δηλαδή, «πού εἶναι πέρα ἀπό κάθε ἐξα­ναγ­κα­σμό, ποτέ δέν πα­ρα­βιά­ζει τό αὐτεξούσιο τῆς εἰ­κό­νας Του»[4]. Δηλαδή ἔδωσε ὁ Θεός στόν ἄνθρωπο τήν ἐλευθερία, αὐτό εἶναι τό αὐτεξούσιο, καί ποτέ δέν ἀναγκάζει τόν ἄνθρωπο νά κάνει ὁτιδήποτε, νά εἶναι καλός, νά προσεύχεται, νά πηγαίνει ἐκκλησία, νά τηρεῖ τίς ἐντολές.. ποτέ! Ἀφήνει τόν ἄνθρωπο ὁ Θεός τελείως ἐλεύθερο, ὥστε ὁ ἄνθρωπος μέ τή θέλησή του νά πλησιάσει τόν Θεό.

Τετάρτη 7 Φεβρουαρίου 2024

«Οἱ παγίδες τῆς φαντασίας στήν πνευματική ζωή» Ἅγιος Σιλουανός ὁ Ἀθωνίτης, π. Σωφρονίου. 30ο Μέρος.Ἀρχ. Σάββας Ἁγιορείτης






Μιλᾶμε γιά τήν φαντασία, μέ τήν Χάρη τοῦ Θεοῦ, πού εἶναι ἕνα σημαντικό κεφάλαιο γιά τήν πνευματική ζωή, σχολιάζοντας τό ἀντίστοιχο κεφάλαιο πού ἔχει γράψει ὁ π. Σωφρόνιος: «Τά εἴδη τῆς φανατασίας καί ὁ ἀγώνας ἐναντίον της»[1]. Γενικῶς ἰσχύει αὐτό πού μᾶς ἔχουν πεῖ οἱ Πατέρες, ὅτι ἡ φαντασία εἶναι τό ὄχημα τῶν δαιμόνων. Καί θά πρέπει ὁ ἄνθρωπος νά σταυρώσει τήν φαντασία του, δηλαδή νά τήν ἀπενεργοποιήσει, γιατί εἶναι μία -μετά τήν πτώση- δύναμη τῆς ψυχῆς, μπῆκε στόν ἄνθρωπο, δόθηκε στόν ἄνθρωπο, ἀλλά δέν βοηθάει στήν προσευχή οὔτε στήν πνευματική ζωή, ἀντίθετα τήν ἐκμεταλλεύεται ὁ διάβολος καί μπορεῖ ὁ ἄνθρωπος νά πλανηθεῖ.

Λέει ὁ π. Σωφρόνιος: «Ὁ ἡσυ­χα­στής μοναχός, πού ἀγω­νί­ζεται κατά τῆς φαντα­σί­ας, ἡ ὁποία διαστρεβλώνει τήν πνευματική ζωή, συ­ναν­τιέ­ται μέ ποικιλόμορφες ἐκ­δη­λώ­σεις της. Αὐτές μπο­ροῦν νά τα­ξι­νο­μη­θοῦν μέ διά­φο­ρους τρόπους. Ὁ γέ­ρον­τας», ὁ Ἅγιος Σιλουανός δηλαδή, «τίς συ­νό­ψι­ζε στίς τέσ­σε­ρις μορφές πού ἐκ­θέ­σα­με πα­ρα­πά­νω, μορφές πού τοῦ ἔδι­ναν τή δυ­να­τό­τη­τα νά ἐκφράσει τήν οὐσία τοῦ προ­βλή­μα­τος»[2]. Μιλήσαμε τήν προηγούμενη φορά καί τήν προ-προηγούμενη γιά τίς τέσ­σε­ρις μορφές φαντασίας. Ἡ πρώτη μορφή εἶναι οἱ χονδρές φαντασίες, πού συνδέονται μέ τά σαρκικά πάθη. Τό πρῶτο εἶδος φαντασίας. Τό δεύτερο εἶδος φαντασίας εἶναι αὐτό πού λέμε ὀνειροπόληση ἤ ρεμβασμός. Τό τρίτο εἶδος φαντασίας εἶναι αὐτό πού λέγεται «δημιουργική φαντασία» καί χρησιμοποιεῖται ἀπό τούς ἐπιστήμονες γιά νά συλλάβουνε τήν λύση κάποιου τεχνικοῦ προβλήματος (παραδείγματος χάριν). Καί τό τέταρτο εἶδος φαντασίας εἶναι αὐτό πού ὀνομάζεται «θεολογική δημιουργία», τό ὁποῖο χρησιμοποιεῖται ἀπό κάποιους θεολόγους μέ σκοπό νά βροῦνε τόν Θεό. Ἀλλά δέν εἶναι αὐτός ὁ σωστός δρόμος. Καί τά τέσσερα εἴδη εἶναι ἀπορριπτέα, (τό εἴπαμε καί τίς προηγούμενες φορές), διότι καί τά τέσσερα ἐμποδίζουν τήν καθαρή προσευχή, ἡ ὁποία εἶναι ὁ τρόπος γιά νά δεῖ κανείς τόν Θεό, γιά νά βρεῖ τόν Θεό, γιά νά καθαριστεῖ ἡ καρδία καί νά γίνει πλέον ὁ ἄνθρωπος «νοῦς ὁρῶν τόν Θεόν».

«Ἡ πρώτη φαντασία», τό πρῶτο εἶδος φαντασίας, «ἀνα­φέ­ρε­ται γενικά στόν ἀγώνα κατά τῶν παθῶν» καί πρέπει νά καταπολεμηθεῖ ὁπωσδήποτε. Εἶναι οἱ χονδρές φαντασίες, πού μᾶς φέρνουνε οἱ πονηροί δαίμονες ἤ τίς φτιάχνει καί ὁ ἴδιος ὁ ἄνθρωπος δυστυχῶς, πού συνδέονται μέ τά σαρκικά πάθη. «Τό δεύτερο εἶδος φαντασίας», πού εἴπαμε εἶναι ὁ ρεμβασμός, ἡ ὀνειροπόληση, πού ἀφήνει κανείς τήν φαντασία του νά ἐργάζεται ἔτσι, νά ρεμβάζει, «χα­ρα­κτη­ρί­ζει», αὐτό τό εἶδος φαντασίας, «ὅσους προ­σεύ­χον­ται μέ τόν πρῶτο τρόπο»[3]. Εἴχαμε μιλήσει γιά τούς τρεῖς τρόπους προσευχῆς, ὅπως τούς λέει ὁ Ἅγιος Σιλουανός. Ὁ πρῶτος τρόπος εἶναι αὐτός ὁ τρόπος ὁ ὁποῖος συνδέεται μέ τήν φαντασία. Ἐπειδή ὁ νοῦς εἶναι ἀδύναμος, ὁ ἄνθρωπος κάνει μιά προσευχή μέ φαντασίες. Φαντάζεται διάφορα, τόν Θεό κ.λ.π. ἤ καταστάσεις πού νομίζει ὅτι εἶναι πνευματικές, ἀλλά εἶναι φανταστικές. Τό δεύτερο εἶδος προσευχῆς εἶναι ἡ προσευχή ἡ ὁποία συνδέεται μέ τήν διάνοια, μέ τόν ἐγκέφαλο, μέ τήν σκέψη, μιά ἐγκεφαλική προσευχή, μιά λογική προσευχή, καί τό τρίτο εἶδος προσευχῆς, πού εἶναι καί τό ἀνώτερο καί τό καλύτερο καί τό σπουδαιότερο, εἶναι ἡ καρδιακή προσευχή, πού ὁ ἄνθρωπος προσεύχεται μέ τήν καρδιά χωρίς φαντασία καί ὄχι μέ τόν ἐγκέφαλο, μέ τήν διάνοια, ἀλλά καρδιακά. Τό πρῶτο εἶδος, λοιπόν, προσευχῆς, πού εἴπαμε εἶναι ἡ φαντασιώδης προσευχή, αὐτό τό εἶδος συνδέεται μέ τίς φαντασίες..

Τρίτη 6 Φεβρουαρίου 2024

Τό Ἄκτιστο Φῶς καί οἱ τρόποι θεωρίας του» Ἅγιος Σιλουανός ὁ Ἀθωνίτης, π. Σωφρονίου, 33ο Μέρος.Ἀρχ. Σάββας Ἁγιορείτης






Προχωρώντας τό βιβλίο τοῦ Ἁγίου Σιλουανοῦ, βρισκόμαστε στό κεφάλαιο «Τό Ἄκτιστο Φῶς καί οἱ τρόποι θεωρίας του»[1]. Ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός ὅταν ἐπρόκειτο νά σταυρωθεῖ, λίγες μέρες πρίν, μιλοῦσε στούς Ἁγίους Ἀποστόλους καί κάποια στιγμή τούς εἶπε ὅτι ὑπάρχουν ἀνάμεσά σας κάποιοι οἱ ὁποῖοι δέν θά δοῦν θάνατο πρίν δοῦνε τήν βασιλεία τοῦ Θεοῦ «ἐληλυθυῖαν ἐν δυνάμει»[2] καί ὑπονοοῦσε τό Ἄκτιστο Φῶς, τήν βασιλεία τοῦ Θεοῦ τήν ὁποία εἶδαν οἱ τρεῖς ἐπάνω στό ὄρος Θαβώρ.

«Ὁ Θεός», λέει ὁ π. Σωφρόνιος, «ὄντας φῶς στό ὁποῖο «σκοτία οὐκ ἔστιν οὐδεμία»[3] ἐμφανίζεται πάντοτε στό φῶς καί ὡς φῶς». Καί ὁ ἴδιος πάλι στό εὐαγγέλιο μᾶς τό λέει, ὅτι «ὁ Θεός φῶς ἐστι»[4]. «Τό ἄκτιστο φῶς εἶναι ὡς πρός τήν φύση του θεία ἐνέργεια, κάτι τελείως διαφορετικό ἀπό τό φυσικό φῶς»[5]. Ὅταν, ἑπομένως, λέμε ὅτι ὁ Θεός εἶναι φῶς, δέν ἐννοοῦμε ὅτι στήν οὐσία Του ὁ Θεός εἶναι φῶς, ἀλλά ὅτι μία ἀπό τίς ἐνέργειές Του εἶναι αὐτή, ὅτι ὁ Θεός εἶναι φῶς. Ὅμως δέν ἔχει καμιά σχέση αὐτή ἡ ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ, τό Φῶς, μέ τό φυσικό φῶς, τό κτιστό, αὐτό πού γνωρίζουμε, τό φῶς τοῦ ἥλιου, ἤ ἄν θέλετε, καί τό τεχνητό φῶς.

«Κατά τή θέα του ἐπικρατεῖ προπαντός ἡ αἴσθηση τοῦ ζωντανοῦ Θεοῦ, πού ἀπορροφᾶ ὁλόκληρο τόν ἄνθρωπο· ἄυλη αἴσθηση τοῦ Ἄυλου»[6], τοῦ Θεοῦ δηλαδή, «αἴσθηση νοερή καί ὄχι λογική». Ἔχει διαφορά ὁ νοῦς ἀπό τόν λόγο, ἀπό τή λογική. Εἶναι καί οἱ δυό δυνάμεις τῆς ψυχῆς. Ἀπό τίς πέντε οἱ δύο σπουδαιότερες εἶναι ὁ νοῦς καί ὁ λόγος καί ὁ ἄνθρωπος μπορεῖ μέ τόν νοῦ του τόν καθαρό νά ὁρᾶ τόν Θεό, νά βλέπει τόν Θεό. Γι’ αὐτό λέγεται ὁ νοῦς «ὀφθαλμός τῆς ψυχῆς». Ἡ λογική εἶναι ἡ ἄλλη δύναμη, ἡ ὁποία ἑδράζεται στόν ἐγκέφαλο καί μέ αὐτήν ὁ ἄνθρωπος ἐπεξεργάζεται τά δεδομένα πού ἔρχονται μέσα ἀπό τίς αἰσθήσεις ἤ κάνει διάφορους λογισμούς. Μέ τή λογική δέν μπορεῖ ὁ ἄνθρωπος νά δεῖ τόν Θεό. Μπορεῖ ὅμως νά περιγράψει αὐτά πού βλέπει ὁ νοῦς καί νά τά διατυπώσει μέ λέξεις. Ὑπάρχει ὁ λόγος ὁ ὁποῖος εἶναι ὁ προφορικός, ἡ ὁμιλία πού ἔχουμε, καί ὑπάρχει καί ὁ λόγος ὁ ἐσωτερικός, ὁ ἐνδιάθετος ὅπως λέμε λόγος, μέ τόν ὁποῖο μποροῦμε πάλι νά κάνουμε λογισμούς καί ἐπίσης νά προσευχόμαστε, νά μιλᾶμε στόν Θεό, νά ἔχουμε αὐτόν τόν ἐσωτερικό μέσα μας διάλογο. Ἡ αἴσθηση τοῦ Θεοῦ δέν εἶναι λογική. Δέν μποροῦμε δηλαδή μέ τήν λογική νά αἰσθανθοῦμε τόν Θεό, νά δοῦμε τόν Θεό, ἀλλά εἶναι νοερά ἡ αἴσθηση τοῦ Ἀκτίστου Φωτός.

«Εἶναι αἴσθηση μέ ἐξουσιαστική δύναμη πού ἁρπάζει τόν ἄνθρωπο σέ ἄλλο κόσμο, ἀλλά τόσο γαλήνια πού αὐτός δέν ἀντιλαμβάνεται τήν στιγμή πού τοῦ συνέβηκε αὐτό καί δέν ξέρει ἄν ὁ ἴδιος βρίσκεται στό σῶμα ἤ ἐκτός τοῦ σώματος», ὅπως λέει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, πού ἀνέβηκε μέχρι τρίτου οὐρανοῦ καί ὁπωσδήποτε εἶχε ὅραση τοῦ Ἀκτίστου Φωτός, τοῦ Θεοῦ, καί ἔλεγε ὅτι «δέν ξέρω ἄν ἤμουνα ἐν σώματι ἤ ἐκτός τοῦ σώματος»[7]. «Ἀποκτᾶ τότε συνείδηση τοῦ ἑαυτοῦ του», ὅταν βλέπει τό Ἄκτιστο Φῶς, «τόσο ἐνεργητική καί βαθειά, ὅσο ποτέ ἄλλοτε στήν συνηθισμένη ζωή, καί συγχρόνως λησμονεῖ τόν ἑαυτό του καί τόν κόσμο, πλημμυρισμένος ἀπό τήν γλύκα τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ. Βλέπει μέ τό πνεῦμα τόν Ἀόρατο (τόν Θεό), Τόν ἀναπνέει, βρίσκεται ὅλος κοντά Του»[8] διά τοῦ Φωτός. Βρισκόμενος ὁ ἄνθρωπος μέσα στό Ἄκτιστο Φῶς, βλέπει τόν ἑαυτό του, ἀλλά συγχρόνως καί λησμονεῖ τόν ἑαυτό του, γιατί τρέχει θά λέγαμε, σπεύδει νά συναντήσει τόν Θεό καί εἶναι μέσα στήν γλυκύτητα τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ.

ΤΕΣΣΕΡΙΣ ΧΡΗΣΙΜΕΣ ΟΔΗΓΙΕΣ

1.Μπορεῖτε νά δεῖτε τίς προηγούμενες δημοσιεύσεις τοῦ ἱστολογίου μας πατώντας τό: Παλαιότερες ἀναρτήσεις (δεῖτε δεξιά)

2.Καλλίτερη θέαση τοῦ ἱστολογίου μέ τό Mozilla.

3.Ἐπιτρέπεται ἡ ἀναδημοσίευση τῶν ἀναρτήσεων μέ τήν προϋπόθεση ἀναγραφῆς τῆς πηγῆς

4.Ἐπικοινωνία:
Kyria.theotokos@gmail.com .
Γιά ἐνημέρωση μέσῳ ἠλεκτρονικοῦ ταχυδρομείου στεῖλτε μας τό e- mail σας στό
Kyria.theotokos@gmail.com .
Home of the Greek Bible