ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΤΥΦΛΟΥ(Ιω.ιθ΄1-38), Μέρος Τρίτο
ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ, ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ,
ΤΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ, ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗ ΘΕΡΑΠΕΙΑ ΤΟΥ ΕΚ ΓΕΝΕΤΗΣ ΤΥΦΛΟΥ[Μέρος Τρίτο: υπομνηματισμός των χωρίων Ιω.9,17-38]
(Επιλεγμένα αποσπάσματα από την ομιλία ΝΗ΄του αγίου που εμπεριέχεται στο Υπόμνημά του στο Κατά Ιωάννην Ευαγγέλιο )
«λέγουσι τῷ τυφλῷ πάλιν· σὺ τί λέγεις περὶ αὐτοῦ, ὅτι ἤνοιξέ σου τοὺς ὀφθαλμούς; ὁ δὲ εἶπεν ὅτι προφήτης ἐστίν· οὐκ ἐπίστευσαν οὖν οἱ Ἰουδαῖοι (:Λένε πάλι στον τυφλό·’’συ τι λέγεις για τον άνθρωπο αυτόν; Ζητούμε τη γνώμη σου, διότι τους δικούς σου οφθαλμούς άνοιξε’’.Εκείνος απάντησε· ‘’λέγω ότι είναι προφήτης’’.΄Δεν πίστεψαν λοιπόν οι Ιουδαίοι.)»[Ιω.9,17]
Τις Γραφές πρέπει όχι με απλό και επιπόλαιο τρόπο να τις διαβάζουμε, αλλά με κάθε επιμέλεια, ώστε να μη βρίσκουμε δυσκολίες στην ερμηνεία τους. Διότι και τώρα εύλογα μπορεί κανείς εδώ να διατυπώσει την απορία, πώς, ενώ είπαν: «οὗτος ὁ ἄνθρωπος οὐκ ἔστι παρὰ τοῦ Θεοῦ, ὅτι τὸ σάββατον οὐ τηρεῖ», λέγουν στον τυφλό: «σὺ τί λέγεις περὶ αὐτοῦ, ὅτι ἤνοιξέ σου τοὺς ὀφθαλμούς;(:εσύ τι λέγεις για τον άνθρωπο αυτό; Ζητούμε τη γνώμη σου, διότι τους δικούς σου οφθαλμούς άνοιξε)». Και δεν είπαν: «Εσύ τι λέγεις περί Αυτού που κατέλυσε το Σάββατο;», αλλά τώρα θέτουν το ερώτημα το σχετικό με την απολογία αντί του σχετικού με την κατηγορία.
Τι λοιπόν μπορεί να απαντήσει κανείς; Δεν είναι οι ίδιοι, έλεγαν: «ἔλεγον οὖν ἐκ τῶν Φαρισαίων τινές· οὗτος ὁ ἄνθρωπος οὐκ ἔστι παρὰ τοῦ Θεοῦ», αλλά εκείνοι οι οποίοι αποσχίστηκαν από αυτούς και οι οποίοι είπαν: «ἄνθρωπος ἁμαρτωλὸς οὐ δύναται τοιαῦτα σημεῖα ποιεῖν», διότι επειδή ήθελαν να αποστομώσουν τους πρώτους πλέον, για να μη θεωρηθούν ότι συνηγορούν υπέρ του Χριστού, οδηγούν ενώπιόν τους αυτόν ο οποίος έλαβε πείρα της δυνάμεως Αυτού και τον ρωτούν.
Βλέπε λοιπόν του φτωχού τη σοφία· διότι από όλους αυτούς με περισσότερη σύνεση ομιλεί. Και πρώτα μεν λέγει ότι «προφήτης ἐστίν» και δε φοβήθηκε αυτών των διεστραμμένων την κρίση, οι οποίοι εξέφραζαν αντίθετη γνώμη και έλεγαν: «οὗτος ὁ ἄνθρωπος οὐκ ἔστι παρὰ τοῦ Θεοῦ, ὅτι τὸ σάββατον οὐ τηρεῖ», αλλά έλεγε ότι είναι προφήτης. Και «οὐκ ἐπίστευσαν οὖν οἱ Ἰουδαῖοι περὶ αὐτοῦ ὅτι τυφλὸς ἦν καὶ ἀνέβλεψεν, ἕως ὅτου ἐφώνησαν τοὺς γονεῖς αὐτοῦ τοῦ ἀναβλέψαντος(:Και δεν πίστεψαν για αυτόν οι Ιουδαίοι ότι ήταν τυφλός και θεραπεύθηκε έως ότου κάλεσαν τους γονείς του)»[Ιω.9,18].