Ηταν μοναχογυιός τοῦ Βορειοηπειρώτη ἀπό τήν Κορυτσά Δημητρίου καί τῆς Ἑλένης, κάτοικος Ἱερισσοῦ. Γεννήθηκε τό 1880. Ὁ πατέρας του ἐργαζόταν στό Ἅγιον Ὄρος. Σέ ἡλικία ἑπτά ἐτῶν ἔμεινε ὀρφανός ἀπό μητέρα. Τόν ἐφρόντιζε μία θεία του. Εἶχε καί ἕναν ἀδελφό ὁ ὁποῖος ἐκοιμήθη σέ ἡλικία πέντε ἐτῶν.
Μία ἡμέρα ἀρρώστησε μέ ὑψηλό πυρετό. Ἦταν μικρό παιδί, μόνο του στό σπίτι· πῆγε νά πιῆ νερό καί ἡ στάμνα ἦταν ἄδεια. Ξάπλωσε, ἔκλαιγε μέ λυγμούς καί ἔλεγε: «Γιατί νά μήν ἔχω καί ἐγώ τήν μαννούλα μου;». Ξαφνικά ἄνοιξε ἡ πόρτα τοῦ δωματίου, βλέπει ἕναν...
ἱερέα μέ πετραχήλι νά τοῦ χαμογελᾶ καί νά τόν χαϊδεύη στό μέτωπο.
Τοῦ λέει ὁ μικρός:
‒Ποιός εἶσαι ἐσύ, δέν εἶσαι δικός μας ἱερέας· τούς ξέρω ὅλους.
‒Σωστά λές, Κωνσταντῆ. Ἐγώ εἶμαι αὐτός, καί τοῦ ἔδειξε τήν εἰκόνα τοῦ ἁγίου Νικολάου πού εἶχαν στό σπίτι. Ἡ μητέρα του εὐλαβεῖτο πολύ τόν Ἅγιο. Ὁ μικρός λέει:
‒Αὐτός εἶναι ὁ ἅγιος Νικόλαος, μοῦ ἔλεγε ἡ μητέρα μου.
‒Ναί, ἐγώ εἶμαι ὁ ἅγιος Νικόλαος καί ἦρθα γιά νά σέ βοηθήσω, μή κλαῖς.
‒Ἔχω πυρετό καί διψῶ ἀλλά ἡ στάμνα δέν ἔχει νερό.
‒Σήκω νά δῆς, ἡ στάμνα εἶναι γεμάτη νερό. Ἀπόρησε ὁ μικρός πού τήν εἶδε γεμάτη. Ἤπιε νερό, ἀμέσως ἔπεσε καί ὁ πυρετός.






