Βίος
καί πολιτεία
τοῦ
ὁσίου Μαξίμου τοῦ Καυσοκαλύβη
(2ο
Μέρος)
Ἀπό
τό βιβλίο «Ὅσιος
Μάξιμος ὁ Καυσοκαλύβης»
Ἡ
ἔμπρακτη ἀγάπη
Εἶχε
πιά μπεῖ στήν ἐφηβεία. Κι ἦταν ἕνας
ζωηρός, δραστήριος καί ἔξυπνος ἔφηβος.
Χωρίς ὅμως τά γνωστά προβλήματα, τίς
ἐσωτερικές συγκρούσεις καί τίς
ψυχολογικές μεταπτώσεις τῆς ἡλικίας
αὐτῆς. Ἡ καρδιά του ἦταν δοσμένη στόν
Θεό ὁλοκληρωτικά καί σταθερά. Καί δέν
ποθοῦσε τίποτ᾿ ἄλλο, παρά ν᾿ ἀνήκει
σ᾿ Ἐκεῖνον καί νά τηρεῖ μέ συνέπεια
τόν ἅγιο νόμο Του.
«Μακάριοι
οἱ ἐλεήμονες, ὅτι αὐτοί ἐλεηθήσονται»,
εἶχε διαβάσει
στό Εὐαγγέλιο. «Πλήρωμα
νόμου ἡ ἀγάπη», θυμόταν
ἐπίσης πώς ἔλεγε ὁ ἀπόστολος Παῦλος.
Δέν ἔχανε λοιπόν καμιά εὐκαιρία
ἐκδηλώσεως τῆς ἀγάπης, πού ξεχείλιζε
ἀπό τήν καρδιά του, γιά τούς συνανθρώπους
του. Καί τί ἔκανε; Πολλές φορές ἔβγαζε
τά ροῦχα του κι ἔντυνε μ᾿ αὐτά τούς
φτωχούς. Ἔτσι, ἰδιαίτερα τόν τσουχτερό
χειμώνα, συχνά ἔτρεμε ὁ ἴδιος καί
ξύλιαζε ἀπό τό κρύο. Μελάνιασμένος
ἔφτανε στό σπίτι του, γιά ν᾿ ἀντιμετωπίσει
τήν ἀπορία, τήν ἔκπληξη, τήν ἀγανάκτηση
καί τά παράπονα τῶν γονέων του. Αὐτά
ὅμως δέν ἦταν ἱκανά νά τοῦ ἀλλάξουν
τό φιλάνθρωπο φρόνημα.










