Τίτλος της ομιλίας αυτής του Μεγάλου Φωτίου, πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως, είναι: «ομιλία ρηθείσα εις την θεόσωμον ταφήν του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, τω αγίω Σαββάτω». Σώζονται πάρα πολλές προγενέστερες του Φωτίου ομιλίες, που εκφωνήθηκαν στις εκκλησίες το Μέγα Σάββατο, όπως του αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου, του Σεβήρου Αντιοχείας, του Γρηγορίου Αντιοχείας, του αγίου Γερμανού Α’ Κωνσταντινουπόλεως, του αγίου Ιωάννου του Δαμασκηνού και άλλων, στους οποίους προστίθεται και ο ιερός Φώτιος με την ομιλία του αυτή, η οποία εκφωνήθηκε κατά πάσα πιθανότητα κατά τη δευτέρα πατριαρχεία του, και ίσως την 7η Απριλίου του 882, ημέρα του Μεγάλου Σαββάτου, στην οποία αναφέρεται στα αμοιβαία καθήκοντα των αρχόντων και αρχομένων, των ποιμένων και ποιμενομένων, χωρίς να κάνει κανένα λόγο για τα πράγματα εκείνου του καιρού. Στην αρχή απαριθμεί με συντομία τα προγεγενημένα θαύματα του Κυρίου, και προβάλλει το έργο της θεόσομης ταφής, με την οποία ο Δεσπότης αφάνισε με τα αγωνίσματά του την εξουσία του θανάτου επάνω σε όλους, και κλείνοντας αυτήν, μας καλεί να προσφέρομε σ’ αυτόν που έγινε για χάρη μας άνθρωπος και τάφηκε για μας και μας απάλλαξε από την τυραννίδα του άδη, τα επινίκια δώρα όπως αυτά περιγράφονται στην η’ παράγραφο…
Ε. Μερετάκη.
ΟΜΙΛΙΑ ΕΝΔΕΚΑΤΗ
ΕΚΦΩΝΗΘΗΚΕ ΣΤΗ ΘΕΟΣΩΜΟ ΤΑΦΗ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΜΑΣ
ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΤΟ ΑΓΙΟ ΣΑΒΒΑΤΟ
1 Από καθένα βέβαια από τα έργα και τις πράξεις του Χριστού και Σωτήρα μας εμφανίζεται το μέγεθος της φιλανθρωπίας και εκδιπλώνονται οι δωρεές της σωτηρίας, και επιστάζοντας η γλυκύτητα της ευφροσύνης στις ψυχές των ανθρώπων, ξεπλένει τον προγονικό και πικρό μολυσμό της αμαρτίας, η μνήμη όμως και η υπόθεση του πάθους και της ταφής, πράγμα βέβαια φρικτό και απερίγραπτο, πέρας όμως όντας της οικονομίας, μας προσορμίζει προς αυτόν, θα έλεγε κανείς, τον λιμένα της ανάπλασης, και σαλπίζοντας βροντερά την πρόνοια του πλάστη για μας, κάνει τη διάθεση όχι απλή ούτε μονότροπη, αλλά ταυτόχρονα μας καταπλήσσει, και ανακτώντας μας μας δίνει θάρρος και μας λυπεί και μας ευχαριστεί, τα λυπηρά με το πάθος και το θάνατο, ενώ τα χαρωπά με τη φθορά των παθών και τη νέκρωση του θανάτου, τα οποία πρωτοφανή έργα επιτελεί για τη δική μου πάνω από το λόγο ανάσταση. Γιατί είναι ευχάριστο να βλέπεις στο γάμο το νερό να στίβεται ως κρασί από τα αγγεία σαν από τα τσαμιά για τους φίλους. Ευχάριστο επίσης και τα αγριεμένα κύματα της θάλασσας που τυλίγουν στους αφρούς τους το ναυάγιο, να γαληνεύουν μ’ ένα πρόσταγμα μόνο και να ηρεμούν και, το πιο παράδοξο, να μεταφέρουν τους ταξιδιώτες πάνω στις κυρτωμένες πλάτες τους, όπως και το πλήθος που χορταίνει στην έρημο με επτά άρτους, και πάλι με πέντε άρτους πολλές χιλιάδες και με τ’ απομεινάρια της ευωχίας να παρέχεται τροφή σε πολλούς. Ακόμα είναι ευχάριστο να βλέπει κανείς και τον τυφλό να βρίσκει το φως του, και τις καταστροφικές ροές των αιμάτων να στερεύουν, και τα λέπια της λέπρας να αφαιρούνται από τους λεπρούς και να καθαρίζονται από το πύο με το λόγο μόνο και τη θέληση, και τον χωλό να πηδά, τα δαιμόνια να φυγαδεύονται και ο άνθρωπος να ελευθερώνεται από τα δαιμόνια που τον ενοχλούσαν. Είναι ευχάριστο και ο Λάζαρος που ανακαλείται από τον τάφο και ανασταίνεται έχοντας μείνει τέσσερις ημέρες νεκρός, και ο ύμνος που καταρτίζεται από παιδιά που κρατούν κλαδιά για τον Βασιλιά της δόξας.