Κατά
τους χρόνους του βασιλιά Τραϊανού (98-117 μ.Χ.), έζησε στην Ηλιούπολη,
στην επαρχία της Λιβανησίας της Φοινίκης, η Ευδοκία, Σαμαρείτιδα κατά
το γένος. Ήταν πάρα πολύ όμορφη,
γι’ αυτό κιόλας το λόγο, εξέκλινε από μικρή στην πορνεία, γιατί πολλές
φορές είναι δύσκολο να συμβαδίζει η ομορφιά του σώματος με τη
σεμνότητα. Κάθε ημέρα, την επισκέπτονταν πάρα πολλοί για να εκτελέσουν
την επιθυμία τους, και όχι μόνο από εκείνη τη χώρα, αλλά και από άλλες
πολλές, ξοδεύοντας πολλά χρήματα προς χάρη της. Έτσι, η Ευδοκία,
είχε συγκεντρώσει άπειρο πλούτο ζώντας αμαρτωλή ζωή και φυσικά δεν
φρόντιζε για την μέλλουσα ζωή, ούτε σκεφόταν τι γίνεται μετά τον
θάνατο. Επειδή όμως ο καλός βοσκός ψάχνει για το απολωλός πρόβατο,
έφθασε και γι’ αυτή ο καιρός της ψυχικής της γιατρειάς με τον εξής
τρόπο:
Ένας
μοναχός ευσεβής, πηγαίνοντας προς την πατρίδα του, έμεινε σε κάποιο
σπίτι κοντά στης Ευδοκίας. Κάνοντας λοιπόν την καθημερινή του βραδυνή
μελέτη, και διαβάζοντας τα σχετικά με την Κρίση, την κόλαση των
αμαρτωλών, και την ανταπόδωση των δικαίων, έτυχε και τα άκουσε η Ευδοκία
όλα τη νύχτα, από ένα παράθυρο και τόσο πολύ ηρθε σε κατάνυξη, πού
έτρεχαν σαν ποτάμι τα δάκρυά της, σκεπτόμενη τις αμαρτίες της.
Όταν ξημέρωσε, προσκάλεσε τον μοναχό να της εξηγήσει όλα αυτά τα όποια
άκουγε να διαβάζει όλο το βράδυ.
