
Οι Ευχές του Μεγάλου Αγιασμού
Σοφία Μπεκρή, φιλόλογος- θεολόγος
Στὸ παρὸν ἄρθρο θὰ ἀναφερθοῦμε στὸ περιεχόμενο τῶν Εὐχῶν τοῦ Μεγάλου Ἁγιασμοῦ, ὥστε μὲ τὴν κατανόησή των νὰ προσεγγίσωμε καλύτερα τὰ σωτήρια νοήματά των γιὰ τὸ μυστήριο τῆς θείας οἰκονομίας γενικῶς καὶ εἰδικώτερα γιὰ τὴν Ἐνανθρώπηση καὶ τὴν Ἐπιφάνεια τοῦ Κυρίου μας.
Οἱ Εὐχὲς αὐτές, ποὺ ἀναγιγνώσκονται μετὰ ἀπὸ τίς Προφητεῖες καὶ τὰ Ἀναγνώσματα, τὸ ἀποστολικὸ καὶ τὸ εὐαγγελικό, εἶναι δύο. Ἡ πρώτη, καὶ πιὸ σύντομη, εἶναι ποίημα τοῦ Γερμανοῦ, Πατριάρχου Κων/πόλεως, καὶ διαβάζεται κάποτε μυστικῶς ὑπὸ τοῦ πρεσβυτέρου. Ἀπευθύνεται στὸ δεύτερο πρόσωπο τῆς Ἁγίας Τριάδος, τὸν «Κύριο Ἰησοῦ Χριστό», καὶ τὸν ἀποκαλεῖ «ἀληθινὸ Θεό, πηγὴ τῆς ζωῆς καὶ τῆς ἀθανασίας, φῶς ἐκ φωτός». Μετὰ ἀπὸ τὴν ἐπίκληση ἀκολουθοῦν οἱ αἰτήσεις: «καταύγασον (= λάμπρυνε) ἡμῶν τὴν διάνοιαν τῷ Ἁγίῳ σου Πνεύματι...», «πρόσδεξαι ἡμᾶς, εὐχαριστίαν σοὶ προσάγοντας ἐπὶ τοῖς θαυμαστοῖς σου μεγαλουργήμασι καὶ ἐπὶ τῇ σωτηρίῳ σου οἰκονομίᾳ».
Στὸ σημεῖο αὐτὸ γίνεται ἀναφορὰ στὴν συγκατάβαση τοῦ Θεοῦ Λόγου, στὴν περιβολή του μὲ τὸ «ἀσθενὲς καὶ πτωχὸν ἡμῶν φύραμα» (=σῶμα) καὶ στὴν ἐθελούσια ἀποδοχή «τοῦ ἁπάντων Βασιλέως» νὰ βαπτισθῇ στὸν Ἰορδάνη «δουλικῇ χειρί». Ὁ θεῖος ὑμνογράφος τονίζει, ἐν προκειμένῳ, τὴν ἀναγκαιότητα τῆς θείας συγκαταβάσεως: «ἵνα τὴν τῶν ὑδάτων φύσιν ἁγιάσας ... ὁδοποιήσῃς ἡμῖν τὴν δι᾿ ὕδατος καὶ πνεύματος ἀναγέννησιν καὶ ἀποκαταστήσῃς ἡμᾶς πρὸς τὴν πρώτην ἐλευθερίαν». Ὕστερα ἀπὸ τὴν διαπίστωση αὐτήν, ὅτι τὸ μυστήριο τῆς θείας οἰκονομίας ἀποσκοπεῖ στὴν δική μας σωτηρία, γίνεται καὶ ἡ τρίτη αἴτηση: «ῥᾶνον ἐφ᾿ ἡμᾶς, κατὰ τὴν θείαν σου ἐπαγγελίαν, ὕδωρ καθάρσιον, τὴν δωρεὰν τῆς σῆς εὐσπλαγχνίας...» Ἡ δέηση τελειώνει μὲ τὴν ἀνάπεμψη δοξολογίας συνολικὰ πρὸς τὴν Ἁγία Τριάδα.
Ἡ δεύτερη εὐχή, ἡ ἐκτενέστερη, εἶναι ποίημα τοῦ Πατριάρχου Ἱεροσολύμων Σωφρονίου καὶ διαβάζεται μεγαλοφώνως. Ξεκινάει μὲ τὴν ἐπίκληση στὴν Ἁγία Τριάδα, τὴν «ὑπερούσιο», «τὴν δημιουργὸ τῶν νοερῶν οὐσιῶν καὶ τῶν λογικῶν φύσεων», «τὸ φῶς τὸ ἀπρόσιτον, τὸ φωτίζον πάντα ἄνθρωπον ἐρχόμενον εἰς τὸν κόσμον».







