ΠΡΟΦΗΤΗΣ ΜΩΥΣΗΣ Ο ΘΕΟΠΤΗΣ
Ο προφήτης Μωυσής καταγόταν από τη φυλή του Λευί. Γιος του Αμράμ και της Ιωχαβέδ, γεννήθηκε στην Αίγυπτο κατά τους χρόνους της σκληρής καταδυνάστευσης των ομογενών του από τον Φαραώ. Φοβούμενος ο Αιγύπτιος μονάρχης την αύξηση και ευημερία των Εβραίων, που ζούσαν εκεί από την εποχή του πάγκαλου Ιωσήφ, έκανε σκόπιμα σκληρότατες τις συνθήκες εργασίας τους και διέταξε να θανατώνονται όλα τα νεογέννητα άρρενα τέκνα τους. Η μητέρα του Μωυσέως, για να τον σώσει, τον έβαλε μέσα σε ένα κάνιστρο αλειμμένο με πίσσα, το οποίο απέθεσε η αδελφή του Μαριάμ στην ακροποταμιά του Νείλου, εγκαταλείποντάς τον στη θεία Πρόνοια. Το βρέφος το βρήκε η θυγατέρα του Φαραώ, η οποία το υιοθέτησε και του έδωσε το όνομα «Μωυσής», που σημαίνει «σωσμένος από τα ύδατα». Ανατράφηκε ως γνήσιος γιος της πριγκίπισσας και απέκτησε όλη τη σοφία και τη γνώση των Αιγυπτίων, χωρίς εν τούτοις να αποξενωθεί από την πίστη των πατέρων του και την αγάπη προς το έθνος του.
Σε ηλικία σαράντα ετών ο Μωυσής φόνευσε έναν Αιγύπτιο, που είχε επιτεθεί εναντίον ενός Ισραηλίτου, και για να διασωθεί από την καταδίωξη ξενιτεύτηκε στη γη Μαδιάμ. Εκεί, έλαβε ως σύζυγο τη Σεπφώρα, θυγατέρα του ειδωλολάτρου ιερέως της Μαδιάμ, Ιοθόρ. Μαζί της απέκτησε δύο γιους· τον Γηρσάμ, που σημαίνει «είμαι πάροικος σε ξένη γη», και τον Ελιέζερ, που σημαίνει «ο Θεός βοηθός». Κατά την πολυχρόνια εξορία του μακριά από τον λαό του, ο Μωυσής, ενώ έβοσκε τα πρόβατα του πεθερού του στην ησυχία των βουνών και της ερήμου, καταρτιζόταν εσωτερικά στην αποστολή για την οποία τον προόριζε ο Θεός, να ποιμάνει το λογικό Του ποίμνιο. Συγχρόνως, καθάριζε την καρδιά και τον νου του με την προσευχή και τη συνεχή αδολεσχία του Θεού.
Μία ημέρα, ύστερα από σαράντα χρόνια ξενιτείας στη Μαδιάμ, όπως έβοσκε τα πρόβατα στο όρος Χωρήβ, του φανερώθηκε ο Θεός υπό μορφήν πυρός εξερχομένου μέσα από μία βάτο, η οποία φλεγόταν αλλά δεν καιγόταν. Με την παράδοξη θεοφάνεια αυτή, η οποία απεικόνιζε και υποτύπωνε το μέγα μυστήριο του παρθενικού τοκετού της Κυρίας Θεοτόκου και της εν σαρκί ελεύσεως του Σωτήρος Χριστού, ο Θεός κάλεσε τον Μωυσή να επιστρέψει στην Αίγυπτο, για να ελευθερώσει τον λαό Του από την πικρή δουλεία και να τον επαναφέρει στη γη των πατέρων του. Επειδή αυτός ήταν ισχνός και βραδύγλωσσος και δίσταζε να αναλάβει πλήρως τούτο το έργο, του έδωσε ως βοηθό και διερμηνέα τον αδελφό του Ααρών. Παρουσιάσθηκαν λοιπόν μαζί στον Φαραώ και του ζήτησαν να επιτρέψει στους Ισραηλίτες να λατρεύσουν τον Θεό τους στην έρημο. Κατά θεία παραχώρηση, η υπερήφανη καρδιά του Φαραώ σκληρύνθηκε και δεν τους άφηνε με τίποτε να φύγουν. Τους κράτησε να εργάζονται ως δούλοι στις μεγάλες οικοδομικές εργασίες, που είχε επιχειρήσει η ματαιοδοξία του.