Γράφει ὁ ΝΙΚΟΣ Ε. ΣΑΚΑΛΑΚΗΣ ΜΑΘΗΜΑΤΙΚΟΣ
Ὁ Ἅγ. Γρηγόριος στὸ λόγο του ἀναφέρεται (στηλιτεύει) καὶ στὴν ἀρνητικὴ πράξη της «τῶν καιρῶν πίστεως», περὶ τῆς ὁποίας ὁμιλοῦν τὰ τρία πρῶτα Εὐαγγέλια στὰ ἐδάφια: Ματθ. 13,27 – Μᾶρκ. 4,16 καὶ Λουκ. 8,13, ὅπου ὁ Κύριος ἀναφέρεται στὴ σπορὰ τοῦ Λόγου τοῦ Θεοῦ.
Ὁ Ἄγ. Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης ὑπογραμμίζει τὸ νόημα τῆς προσκαίρου πίστεως, μὲ ἀναφορὰ στὸν Ἅγ. Γρηγόριο τὸν Θεολόγο. Ὁ Ἁγιορείτης ὅσιος γράφει, σχετικά:
«Σημείωσε ὅτι πέντε εἴδη πίστεως βρίσκονται στὴν Γραφή. Καὶ πρώτη μὲν εἶναι ἡ δικαιοῦσα τὸν ἄνθρωπο, γιὰ τὴν ὁποία εἶπε ὁ Παῦλος προηγουμένως στὴν παροῦσα ἐπιστολὴ∙ «Καὶ ἡμεῖς εἰς Χριστόν Ιησούν ἐπιστεύσαμεν, ἵνα δικαιωθῶμεν ἐκ πίστεως Χριστοῦ (Γαλ. 2, 16)». Βλέπε ἑρμηνεία του «Εἰς τὰς ΙΔ (14) ἐπιστολάς του Ἀπ. Παύλου». Συνεχίζει ὁ Ἱ. Πατήρ:
«Δευτέρα εἶναι ἡ καλουμένη Ἱστορική, μὲ τὴν ὁποία πιστεύει μὲν ὁ ἄνθρωπος στὸν Χριστὸ καὶ στὰ περιεχόμενα στὶς Γραφὲς ὅτι εἶναι ἀληθῆ, γιὰ τὴν δόξα ὅμως τῶν ἀνθρώπων ἢ ἀπὸ τὸν φόβον τῆς ζωῆς, δὲν ὁμολογεῖ τὴν πίστη αὐτή! Τέτοιοι ἦσαν ἐκεῖνοι οἱ ἄρχοντες, οἱ ὁποῖοι μολονότι πίστεψαν στὸν Χριστό, «ἀλλὰ διὰ τοὺς Φαρισαίους οὐχ᾿ ὡμολόγουν, ἵνα μὴ ἀποσυνάγωγοι γένωνται∙ ἠγάπησαν γὰρ τὴν δόξαν τῶν ἀνθρώπων μᾶλλον ἥπερ τὴν δόξαν τοῦ Θεοῦ» (Ἰωάν. 12, 42 – 43). Τρίτη πίστις εἶναι ἡ καλούμενη πρόσκαιρη, τὴν ὁποία ὁ Θεολόγος Γρηγόριος ὀνομάζει πίστι τῶν καιρῶν.
Τέτοια εἶναι ἡ πίστις ἐκείνων ποὺ μετὰ χαρᾶς δέχονται τὸν λόγο στὴν ἀρχή, ὕστερα ὅμως, ὅταν ἀκολουθήση πειρασμός, παραιτοῦν τὴν πίστη, ὅπως εἶπε ὁ Κύριος· «οὗτοι ρίζαν οὐκ ἔχουσιν, οἷ πρὸς καιρὸν πιστεύουσι καὶ ἐν καιρῷ πειρασμοῦ ἀφίστανται» (Λουκ. 8, 13). Τέταρτη πίστις εἶναι ἡ λεγομένη τῶν σημείων, μὲ τὴν ὁποία πιστεύει ὁ ἄνθρωπος ὅτι ὁ Θεὸς μπορεῖ νὰ κάνῃ σημεῖα καὶ θαύματα ἢ ἀμέσως ἢ διὰ μέσου κάποιου ἄλλου φιλόθεου ἢ καὶ διαμέσου αὐτοῦ τοῦ ἴδιου ποὺ πιστεύει.
Τέτοια ἦταν ἡ πίστις τοῦ Ἑκατοντάρχου (Ματθ. 8, 8) καὶ ἐκείνων ποὺ προσέφεραν τὸν παραλυτικὸ στὸν Χριστὸ (Αὐτόθ. 9, 2). Πέμπτη καὶ τελευταῖα εἶναι ἡ ἐνεργούμενη διὰ τῆς ἐργασίας τῶν ἐντολῶν καὶ μάλιστα διὰ τῆς ἀγάπης. Αὐτὴ λέγεται πίστις ζωντανὴ καὶ σώζουσα καὶ ἀνώτερη ἀπὸ ὅλες τίς ἄλλες, καθόσον ὅλες οἱ ἄλλες μποροῦν νὰ ἐκπέσουν, καὶ νὰ κολασθοῦν ὅσοι τίς ἔχουν, ἐνῶ μόνον αὐτὴ δὲν μπορεῖ νὰ ἐκπέσῃ, διότι εἶναι ἑνωμένη μὲ τὴν ἀγάπη, ἡ ὁποία δὲν ἐκπίπτει» (Σχόλιο στὴν Πρὸς Γαλάτας ἐπιστολὴ Κεφ. 5ο, 6 – Ὑποσημείωση 1058).
Νὰ σχολιάσουμε, ὅτι οἱ οἰκουμενιστὲς χρησιμοποιοῦν τὸν ὅρο «ἀγάπη», ὡς μέθοδο ἀνάλυσης τῆς ζωῆς καὶ τῆς ἐκκλησιολογίας, σὲ ἐπίπεδο ἀντι-λογικῆς πρὸς τὴν ἀγάπη ποὺ διδάσκει τὸ Εὐαγγέλιο.
Ἐρώτημα: Ὅταν προσθέτεις ἢ ἀφαιρεῖς – ὅπως ὁ οἰκουμενισμός, ὁ προτεσταντισμὸς καὶ οἱ ἄλλες αἱρέσεις – στὴν Θεία (διαχρονικὴ) Ὁμολογία τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως, αὐτὴ εἶναι ἡ ἀγάπη πρὸς τὸν Θεὸ καὶ τὸν ἄνθρωπο ποὺ τονίζει ὁ Ἀπ. Παῦλος «ἐν γὰρ Χριστῷ Ἰησοῦ οὔτε περιτομὴ τί ἰσχύει οὔτε ἀκροβυστία, ἀλλὰ πίστις δι᾿ ἀγάπης ἐνεργουμένη»; Ἀσφαλῶς ὄχι!
Στὸ κείμενο τοῦ (Λόγου ΜΔ) Ἁγ. Γρηγορίου, διαβάζουμε: