Ένας αδελφός, όταν έγινε μοναχός, μοίρασε όλα του τα υπάρχοντα κρατώντας μόνο ένα καλό κτήμα. Κάποιος επιφανής κοσμικός επιθύμησε αυτό το κτήμα και του ζήτησε πολλές φορές να του το πουλήσει ή να το ανταλλάξει, εκείνος όμως δεν δέχτηκε τίποτε απ’ αυτά.
Συνέβη λοιπόν ο κοσμικός να διοριστεί διοικητής της επαρχίας εκείνης και άρχισε να πιέζει τον μοναχό να εγκαταλείψει το κτήμα, ταλαιπωρώντας τον συνεχώς και περνώντας τα ζώα του μέσα από το κτήμα.
Ο αδελφός, βλέποντας τα πράγματα πολύ δύσκολα και επειδή δεν κατόρθωσε να μεταπείσει τον άρχοντα με τα παρακάλια, κατέφυγε τελικά σε κάποιον γέροντα ενάρετο και ονομαστό που ησύχαζε στα μέρη εκείνα. Και πήγε πολλές φορές, ο γέροντας όμως τον έδιωχνε λέγοντάς του να επιστρέψει στο κελλί του.
Όταν ο αδελφός είδε τον άρχοντα έτοιμο να του πάρει το κτήμα, πήγε πάλι στον γέροντα και του λέει: «Για τον Θεό, βοήθησέ με, και γράψε του ή στείλε κάποιον να του μιλήσει».