Περί το 1985 μου διηγήθηκε μια κυρία, η οποία καταγόταν από την Άρτα και κατοικούσε με την μητέρα της στις βόρειες συνοικίες του Βόλου, τα εξής:
-«Κοντά στο σπίτι το δικό μας έμενε μια οικογένεια Μαρτύρων του Ιεχωβά. Επειδή εργαζόμουν και απουσίαζα πολλές ώρες από το σπίτι, η μητέρα μου πήγαινε συχνά σ’ αυτή την οικογένεια όπου την κερνούσαν καφέ και περνούσε την ώρα της κουβεντιάζοντας.Εγώ ανησυχούσα γι’ αυτή τη συναναστροφή της.Και μάλιστα της έλεγα:- Τι δουλειά έχεις να πηγαίνεις στο σπίτι των «Γιεχωβάδων»;Πρόσεξε να μην σε κάνουν κι εσένα «Γιεχωβού».Η μητέρα μου όμως με διαβεβαίωνε ότι δεν έκαναν θρησκευτικές συζητήσεις.Απλώς έκαναν παρέα.Εγώ όμως έβλεπα ότι η μητέρα μου, που ήταν πιστή γυναίκα και πήγαινε στην εκκλησία, άρχιζε σιγά-σιγά να αραιώνει τον εκκλησιασμό της.Φαίνεται ότι είχε επηρεαστεί από την δήθεν καλοσύνη και ευγένεια των ανθρώπων αυτών.Ενώ διαμαρτυρόμουν συνέχεια, εκείνη δεν μ’ άκουγε γιατί είχε συνηθίσει την παρέα τους.Μια μέρα όταν γύρισα από τη δουλειά, είδα την μητέρα μου αγνώριστη.Έτρεμε από την ταραχή της! Της λέω:-Τι συμβαίνει μητέρα, τι έπαθες;

.jpg)

