Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης. Κεφάλαιο Κε’ : Πως πρέπει να διορθώνουμε την φαντασία και ενθύμησή μας.
Αγωνίσου λοιπόν να φυλάξεις αυτόν τον νου σου αχρωμάτιστο, ασχημάτιστο, άμορφο και καθαρό, καθώς τον έπλασε ο Θεός.
Αυτό βέβαια με άλλο τρόπο δεν γίνεται, παρά αν τον επιστρέφεις και τον συμαζεύεις μέσα στον στενό τόπο της καρδιάς σου και όλου του εσωτερικού άνθρωπου· και εκεί μέσα να τον συνηθίζεις να βρίσκεται, πότε μεν προσευχόμενος με πένθος, με τον ενδιάθετο λόγο της καρδιάς, και λέγοντας. «Κύριε Ιησού Χριστέ Υιέ του Θεού, ελέησόν με»· και να προσέχει μόνο τα λόγια της ευχής αυτής, (όπως σχετικά με αυτό σου λέω στο κς΄ κεφάλαιο), άλλοτε παρατηρώντας τον ίδιο σου τον εαυτό, μάλλον δε διά μέσου του εαυτού σου νοώντας τόν Θεό και αναπαυόμενος· (1) αυτή η θεωρία η οποία λέγεται κυκλική και απλανής. (2)
Γιατί, όπως το φίδι, όταν θέλει να βγάλει το παλιό του δέρμα, πηγαίνει και περνάει από στενό τόπο, όπως λένε οι φυσιολόγοι, έτσι και ο νους, μέσα απο τον στενό τόπο της καρδιάς και της Νοεράς Προσευχής που βρίσκεται μέσα στην καρδιά, αφού διυλίζεται, βγάζει το φόρεμα της φαντασίας των αισθητών και κακών προλήψεων και γίνεται καθαρός, λαμπρός και κατάλληλος στην ένωση του Θεού για την ομοιότητα που παίρνει με αυτόν.
Και πάλι, καθώς το νερό, όσο ενώνεται και στριμώχνεται μέσα απο τους στενούς σωλήνες, τόσο λεπταίνει και δυναμώνεται και ανεβαίνει σε ύψος· έτσι και ο νους, όσο ασχολείται με τη στενή μελέτη της καρδιάς, και τη δική του θεωρία, τόσο λεπταίνει, τόσο δυνατώτερος γίνεται και ψηλότερος από κάθε πάθος και επίθεση λογισμών και από κάθε σχήμα και είδος, όχι μόνον των αισθητών, αλλά και των νοητών, με το να μένουν όλα αυτά έξω, και εκεί μέσα δεν μπορούν να μπουν. Εάν δε καμμιά φορά σκορπίσει ο νους σου στα εξωτερικά αισθητά, και στις φαντασίες του κόσμου, ξαναγύρισέ τον μέσα στον θάλαμο της καρδιάς, έως ότου να συνηθίσει. (3)
___
(1). Γι αυτό λέει ο μέγας Βασίλειος, όταν ο νους δεν σκορπίζεται στα εξωτερικά πράγματα, ούτε διαχέεται στο κόσμο από τίς αισθήσεις, γυρίζει στον εαυτό του και μέσα απο τον εαυτό του ανεβαίνει στην έννοια του Θεού· «Νοῦς μή σκεδαννύμενος ἐπί τά ἔξω, μηδέ ὑπό τῶν αἰσθητηρίων ἐπί τόν κόσμον διαχεόμενος, ἐπάνεισι μέν πρός ἑαυτόν· δι’ ἑαυτοῦ δέ πρός τήν περί Θεοῦ ἔννοιαν ἀναβαίνει·» (επιστολ. α‘).
(2). Γιατί, τρείς είναι οι κινήσεις της ψυχής, κατά τον Αρεοπαγίτη Διονύσιο·
