«Ὑπεράνθρωπος» ἢ ὑπάνθρωπος;
Γράφει ὁ κ. Λέων Μπράνγκ, Θεολόγος
Στὴν πρώτη εὐχὴ ποὺ διαβάζει ὁ ἱερέας στὴν Ἀκολουθία τῆς Κατηχήσεως, ἡ ὁποία προηγεῖται τοῦ Ἁγίου Βαπτίσματος, λέγει μεταξὺ ἄλλων: «Ἀπόστησον ἀπ’ αὐτοῦ (αὐτῆς) τὴν παλαιὰν ἐκείνην πλάνην, καὶ ἔμπλησον αὐτὸν (αὐτὴν) τῆς εἰς σὲ πίστεως καὶ ἐλπίδος καὶ ἀγάπης, ἵνα γνῶ ὅτι σὺ εἶ Θεὸς μόνος, Θεὸς ἀληθινός, καὶ ὁ μονογενής σου Υἱός, ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός, καὶ τὸ Ἅγιόν σου Πνεῦμα.» Δηλ. «Διῶξε ἀπ’ αὐτὸν/ήν τὴν παλιὰ ἐκείνη πλάνη καὶ γέμισέ τον/την μὲ πίστη, ἐλπίδα καὶ ἀγάπη γιὰ σένα, ὥστε νὰ μάθει πὼς ἐσὺ εἶσαι ὁ μόνος καὶ ἀληθινὸς Θεὸς καὶ ὁ μονογενής σου Υἱός, ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστός, καὶ τὸ Ἅγιό σου Πνεῦμα».
Αὐτὴ ἡ παλαιὰ πλάνη ἀναφέρεται στὴν πρώτη προσπάθεια αὐτοθεοποιήσεως τοῦ ἀνθρώπου καθ’ ὑπόδειξιν τοῦ Διαβόλου. Ἐπειδὴ ὁ Ἀδὰμ δὲν ἱκανοποιοῦσε τὴν ἀνάγκη τῆς Εὔας γιὰ ἐπικοινωνία, ἀλλὰ ρέμβαζε περιεργαζόμενος τὴν κτίση, ἐκείνη εἶχε ἀρχίσει συζήτηση μὲ τὸ φίδι, κάτω ἀπὸ τὸ ὁποῖο ὑποκρυπτόταν ὁ πανοῦργος ὁ Διάβολος. Καὶ ὁ Διάβολος, ὅπως τὸ λέει καὶ ἡ λέξη, μὲ τὴν πρώτη πρότασή του τί κάνει; Διαβάλλει τὸν Θεό, λέγοντας “γιατί ὁ Θεὸς ἀπαγόρευσε νὰ φάγετε ἀπὸ τοὺς καρποὺς ὅλων τῶν δένδρων, ποὺ ὑπάρχουν στὸν παράδεισο;”. Ἡ Εὔα ἀπὸ τὴν πλευρά της, ἐνῷ συνειδητοποίησε αὐτὴ τὴν συκοφαντία (φαίνεται ἀπὸ τὸ γεγονός, ὅτι διορθώνει τὸν Διάβολο λέγοντας, ὅτι “ἀπὸ τοὺς καρποὺς κάθε δένδρου τοῦ παραδείσου μποροῦμε νὰ φᾶμε), τί κάνει; ἀντὶ νὰ διακόψει ἀμέσως τὸ διάλογο, τὸν συνεχίζει. Ἀνακοίνωσε στὸ φίδι, ὅτι δὲν τοὺς ἐπιτρέπεται νὰ φάγουν ἀπὸ τὸν καρπὸ τοῦ δένδρου, ποὺ βρίσκεται ἐν τῷ μέσῳ τοῦ παραδείσου. Διότι ἐὰν φάγουν ἀπὸ τὸν καρπὸ αὐτὸ ἢ καὶ τὸν ἀγγίξουν, θὰ πεθάνουν. Καὶ τὸ φίδι συνεχίζει τὴ συκοφαντία, τονίζοντας στὴν Εὔα: «οὐ θανάτῳ ἀποθανεῖσθε·, ἤδει γὰρ ὁ Θεός, ὅτι ᾗ ἂν ἡμέρα φάγητε ἀπ’ αὐτοῦ, διανοιχθήσονται ὑμῶν οἱ ὀφθαλμοὶ καὶ ἔσεσθε ὡς θεοί, γινώσκοντες καλὸν καὶ πονηρόν». Δηλ. “δέν θὰ ἀποθάνετε· κάθε ἄλλο. Σᾶς ἀπαγόρευσε ὁ Θεὸς νὰ φάγετε ἀπὸ τὸ δένδρο αὐτό, διότι γνώριζε ὅτι κατὰ τὴν ἡμέρα, ποὺ θὰ φάγετε, θὰ ἀνοιχθοῦν τὰ μάτια σας καὶ θὰ εἶσθε καὶ σεῖς σὰν θεοί, ὅμοιοι μὲ αὐτόν, γνωρίζοντες καλὸν καὶ πονηρόν”. Αὐτὰ τὰ λόγια, παρ’ ὅτι προῆλθαν ἀπὸ ἕνα ζῷο, τὸ ὁποῖο ἡ Εὔα ὄφειλε νὰ ἐξουσιάζει, καὶ παρ’ ὅτι ἦταν προϊὸν συκοφαντίας, εἶχαν μία καταλυτικὴ ἐπίδραση στὴ γυναῖκα. Μετέτρεψαν τὴ θεώρηση τοῦ καρποῦ ποὺ εἶχε ὥς τὴ στιγμὴ ἐκείνη. Ἡ προοπτικὴ νὰ γίνουν ἐκείνη καὶ ὁ Ἀδὰμ θεοὶ μὲ μία συνταγή, τὴν ὁποία υἱοθέτησαν ὡς δική τους ἔμπνευση, χωρὶς νὰ ὑπακοῦν στὴν ἐντολὴ τοῦ Θεοῦ, ἦταν κάτι ἐπαναστατικό. Ἡ ἰδέα αὐτὴ ἔγινε τόσο κυρίαρχη, ὥστε νὰ ἀλλάξει στὰ μάτια τους ὅλη ἡ πραγματικότητα ποὺ ζοῦσαν ὥς τότε. Πρῶτα ἡ Εὔα καὶ ἔπειτα καὶ ὁ Ἀδάμ, γυρίζοντας τὴν πλάτη στὸν Θεὸ καὶ Δημιουργό τους, ἐπιλέγουν νὰ γευτοῦν τὸν καρπό. Τώρα πλέον θὰ προχωροῦν μόνοι τους, μὲ μόνο γνώμονα τὸν ἑαυτό τους, ὄντας, ὅπως πίστευαν, Θεοὶ ἀκριβῶς σὰν τὸν Θεό.
Ἀντὶ διὰ τὸν Θεάνθρωπον ὁ Ὑπεράνθρωπος