Σελίδες

ΚΥΡΙΕ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΕ ΕΛΕΗΣΟΝ ΜΕ

ΚΥΡΙΕ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΕ ΕΛΕΗΣΟΝ ΜΕ
ΥΠΕΡΑΓΙΑ ΘΕΟΤΟΚΕ ΣΩΣΟΝ ΗΜΑΣ

ΟΙ ΟΜΙΛΙΕΣ ΜΑΣ ΓΙΑ ΚΑΤΕΒΑΣΜΑ ΣΤΟΝ ΥΠΟΛΟΓΙΣΤΗ ΣΑΣ





ΟΔΗΓΙΕΣ: ΚΑΝΕΤΕ ΚΛΙΚ ΣΤΟΝ ΠΑΡΑΚΑΤΩ ΣΥΝΔΕΣΜΟ:

Δίπλα από το όνομα Κύριος Ιησούς Χριστός που υπάρχει ένα μικρό βελάκι , πατάμε εκεί και μας βγάζει διάφορες επιλογές από τις οποίες πατάμε το Download .
Και γίνεται η εκκίνηση να κατέβουν όλες οι ομιλίες.

Δευτέρα 28 Σεπτεμβρίου 2026

Δύνανται οἱ ὁμοφυλόφιλοι νὰ τελοῦν «γάμο» καὶ νὰ υἱοθετοῦν ἀνήλικα παιδιά;

*Φλώρου Κωνσταντίνα, Νομικός και δικαστική υπάλληλος

Ι. Εισαγωγή

Σε ορισμένες έννομες τάξεις εντός και εκτός Ευρώπης είναι επιτρεπτή η τέλεση «γάμου» μεταξύ ομοφυλοφίλων ενώ προβλέπεται και η δυνατότητά τους προς υιοθεσία παιδιών. Στην ελληνική έννομη τάξη με τον νόμο 5089/2024[1] θεσπίστηκε το πρώτον η δυνατότητα σύναψης πολιτικού γάμου μεταξύ ομοφυλοφίλων και, ως αυτόθροη συνέπεια, το δικαίωμά τους προς υιοθεσία ανηλίκου. Μάλιστα, με την απόφαση 392/2026 της Ολομελείας του Συμβουλίου της Επικρατείας κρίθηκε ότι οι ως άνω ρυθμίσεις δεν αντίκεινται στο Σύνταγμα και ότι τελούν σε συμφωνία προς τις συνταγματικές αρχές του σεβασμού και της προστασίας της αξίας του ανθρώπου, της ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητας και της ισότητας ενώπιον του νόμου, καθώς επίσης και προς τις αρχές της Ε.Σ.Δ.Α., άλλων διεθνών συμβάσεων και του ενωσιακού δικαίου.
Στις νομοθετικές ρυθμίσεις που επιτρέπουν τη σύναψη «γάμου» μεταξύ ομοφυλοφίλων και την υιοθεσία από αυτούς παιδιών, αλλά και στις δικαστικές αποφάσεις εθνικών δικαστηρίων ή και του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (Ε.Δ.Δ.Α.) που κρίνουν επί των ζητημάτων αυτών, προκειμένου να τεκμηριωθούν νομικά και να κριθούν νόμιμες οι ως άνω δυνατότητες των ομοφυλοφίλων, γίνεται σύνδεση της ομοφυλοφιλίας με ορισμένες αόριστες νομικές έννοιες, όπως η έννοια των χρηστών ηθών ή των κρατουσών, σε ορισμένη χώρα, αντιλήψεων περί κοινωνικής ηθικής ή με την λεγόμενη «σαφή ευρωπαϊκή συναίνεση»[2], το περιεχόμενο των οποίων (ήτοι τα χρηστά ήθη, οι κοινωνικοηθικές αντιλήψεις ή η «ευρωπαϊκή συναίνεση»), κατά το σκεπτικό των αποφάσεων, δεν είναι στατικό, αλλά εξελίσσεται και μεταβάλλεται. Ωστόσο, η ομοφυλοφιλία δευτερευόντως συνδέεται με τα χρηστά ήθη και τις κοινωνικοηθικές αντιλήψεις, ενώ πρωτίστως συνδέεται με αμετάβλητα έως και σήμερα βιολογικά δεδομένα, τα οποία φανερώνουν την ανθρώπινη φύση και στα οποία η ομοφυλοφιλία, όπως θα αναφερθεί κατωτέρω, αντίκειται.
Δεν λαμβάνεται υπόψη, με άλλα λόγια, σε πρώτο στάδιο, ένα μέγεθος αντικειμενικό και αμετάβλητο. Δεν αξιολογείται η οντολογία του ανθρώπου, η βιολογία/ανατομία του, ο βιολογικός σχεδιασμός του σώματός του, οι λειτουργίες που επιτελούν σωματικά του όργανα και εν τέλει (και σπουδαιότερο) η δυνατότητα αναπαραγωγής. Το ζήτημα αυτό, δηλαδή η εξέταση της ανθρώπινης φύσης και των δυνατοτήτων της και της βιολογικής δυνατότητας τεκνοποίησης, δεν δύναται να παραμεριστεί, αντίθετα είναι καθοριστικό, ούτως ώστε να εξεταστεί η ομοφυλοφιλική πράξη καθαυτή και να εξαχθεί το συμπέρασμα εάν η ομοφυλοφιλική πράξη, δηλαδή η σεξουαλική σχέση μεταξύ ατόμων του ίδιου φύλου είναι φυσιολογική σεξουαλική συμπεριφορά ή μη φυσιολογική σεξουαλική συμπεριφορά. Από την απάντηση που θα δώσουμε στο ως άνω ερώτημα θα εξαρτηθεί και το συμπέρασμα α) για το εάν μια πολιτεία οφείλει να αναγνωρίσει το δικαίωμα τελέσεως «γάμου» μεταξύ ομοφυλοφίλων και το δικαίωμα από αυτούς υιοθεσίας παιδιών και β) σε περίπτωση που υπάρξει τέτοια αναγνώριση, αν αυτή αντίκειται στον νόμο. Εφόσον, μάλιστα, απαντηθεί το παραπάνω ερώτημα δεν θα χρειαστεί περαιτέρω η εξέταση, εάν η ομοφυλοφιλία ανταποκρίνεται στις λεγόμενες κρατούσες, σε ορισμένη πολιτεία, κοινωνικοηθικές αντιλήψεις, διότι μια σεξουαλική πράξη που δεν υποστηρίζεται από την ανθρώπινη φύση αυτονόητα δεν ανταποκρίνεται και στις ως άνω αντιλήψεις.
Και ναι μεν, η τεκνοποιία δεν αποτελεί αποκλειστικό σκοπό του γάμου – ένα έγγαμο ζευγάρι μπορεί να μην αποκτήσει τέκνα π.χ. για ιατρικούς λόγους (και όχι επειδή στερούνται βιολογικά, εκ φύσεως, την δυνατότητα αναπαραγωγής) είτε στο πρόσωπο της γυναικός είτε στο πρόσωπο του ανδρός, ωστόσο αυτό ουδόλως επηρεάζει αρνητικά τον μεταξύ τους γάμο, ούτε φυσικά παύουν να αποτελούν οικογένεια – αποτελεί όμως κρίσιμο και καθοριστικό κριτήριο, σε συνδυασμό με τον ανθρώπινο βιολογικό σχεδιασμό, για να συμπεράνουμε τον φυσιολογικό ή μη χαρακτήρα της ομοφυλοφιλικής πράξης στους ανθρώπους. Και το συμπέρασμα αυτό φυσικά είναι αναγκαίο, καθότι μια οποιαδήποτε πολιτεία που σέβεται τους πολίτες της, την αξία του ανθρώπου, την προσωπικότητα του ανθρώπου και την ίδια του την οντολογία δεν οφείλει και δεν επιτρέπεται να εκδίδει νομοθετήματα που κινούνται προς την αντίθετη κατεύθυνση, ήτοι δεν σέβονται ούτε την αξία του ανθρώπου, ούτε την οντολογία και φυσιολογία του. Τα πράγματα μάλιστα είναι ιδιαιτέρως σοβαρά, όταν οι συνέπειες των νομοθετημάτων αυτών επηρεάζουν και ανήλικα παιδιά.
Πρέπει, δε, να τονιστεί ότι, ειδικά στην ελληνική έννομη τάξη, το άρθρο 2 παρ. 1 Συντ.[3] καθιερώνει ως πρωταρχική υποχρέωση της πολιτείας την προστασία και τον σεβασμό της αξίας του ανθρώπου. Τόσο από την θέση την οποία κατέχει συστηματικά στο Σύνταγμα το ανωτέρω άρθρο, όσο και από το περιεχόμενό του, προκύπτει ότι ο συντακτικός νομοθέτης αντιλαμβάνεται την αξία του ανθρώπου ως μια θεμελιώδη αρχή, η εφαρμογή της οποίας δεν περιορίζεται στα ατομικά και κοινωνικά δικαιώματα. Η συγκεκριμένη αρχή χρησιμοποιείται και έχει σημασία για την ερμηνεία οποιασδήποτε άλλης συνταγματικής διάταξης, αλλά και διατάξεων φυσικά της κοινής νομοθεσίας. Σε ορισμένες περιπτώσεις, μάλιστα, η αρχή της αξίας του ανθρώπου μπορεί να αποτελέσει απευθείας το κριτήριο προκειμένου να αξιολογηθεί η συνταγματικότητα μιας διάταξης νόμου[4].

ΙΙ. Η «οντολογία» της άλογης φύσης - Η βιολογία, φυσιολογία του ανθρώπου και η βιολογική δυνατότητα αναπαραγωγής είναι μεγέθη σταθερά, αμετάβλητα και κρίσιμα - Οι θεσμοί του γάμου και της οικογένειας ειδικά στην ελληνική έννομη τάξη

Α. Η «οντολογία» της άλογης φύσης και η οντολογία του ανθρώπου

Η άλογη φύση, το ζωικό δηλαδή και το φυτικό βασίλειο, λειτουργεί με βάση θεμελιώδεις και σταθερούς κανόνες. Η αναπαραγωγή στη φύση είναι η θεμελιώδης διαδικασία με την οποία οι ζωντανοί οργανισμοί (φυτά και ζώα) διαιωνίζουν το είδος τους, διασφαλίζοντας, με αυτόν τον τρόπο, τη συνέχεια της ζωής. Η φύση, ιδιαίτερα ως προς την σταθερότητά της και ως προς την διαδικασία της αναπαραγωγής, παρουσιάζει ομοιότητες με τον άνθρωπο. Ωστόσο, μεταξύ φύσης (ζώα και φυτά) και ανθρώπου υπάρχουν και τεράστιες/γιγαντιαίες διαφορές, οι οποίες πηγάζουν από τα εξής χαρακτηριστικά στοιχεία μόνο του ανθρώπου, ήτοι της λογικής σκέψης (=ικανότητα του ανθρώπου να ομιλεί και να σκέπτεται οτιδήποτε θέλει), της προσωπικής ελευθερίας/ελεύθερης βούλησης/αυτεξουσίου (=ικανότητα του ανθρώπου να επιλέγει ελεύθερα τις πράξεις του με ταυτόχρονη ανάληψη των ευθυνών γι’ αυτές, να έχει την εξουσία του εαυτού του, τον σωματικό του αυτοκαθορισμό, ούτως ώστε για οποιαδήποτε επέμβαση στο σώμα του να χρειάζεται η προηγούμενη συναίνεσή του) και της συνειδήσεως (=ικανότητα του ανθρώπου να γνωρίζει τον καλό ή κακό χαρακτήρα των πράξεών του). Συνεπεία των ανωτέρω ιδιοτήτων του, ο άνθρωπος είναι ον ηθικά ανώτερο του αλόγου ζώου και δύναται, εάν το θελήσει, να στραφεί ενάντια στην σταθερότητα της φύσεως του, κάτι που είναι αδύνατο για την άλογη (μη έχουσα νου) φύση. Οι διαφορές αυτές είναι που δεν επιτρέπουν την σύγκριση των πράξεων του αλόγου ζώου με τις πράξεις του ανθρώπου.

Α1. Η «οντολογία» της άλογης φύσης

Φυσιολογική πράξη είναι αυτή που υπάρχει, που γίνεται ή που εξελίσσεται σύμφωνα με τη υγιή φύση[5]. Πράγματι, εάν ρίξουμε μια προσεκτική ματιά στην κτίση θα διαπιστώσουμε ότι τίποτα μέσα σε αυτήν δεν γίνεται τυχαία. Αντίθετα, το ζωικό και φυτικό βασίλειο λειτουργούν με απαραβίαστους κανόνες και προς εξυπηρέτηση συγκεκριμένων σκοπών, μεταξύ των οποίων και η αναπαραγωγή. Η τελευταία είναι η βιολογική διαδικασία που χάρις αυτήν, προκύπτει κάθε νέος οργανισμός και αποτελεί θεμέλιο λίθο για τη ζωή (τόσο των ζώων και των φυτών όσο φυσικά και των ανθρώπων), καθώς είναι απαραίτητη για τη συνέχισή της μέσω της δημιουργίας απογόνων.

Στο ζωικό βασίλειο η αναπαραγωγή των ζώων είναι αμφιγονική (εγγενής), που σημαίνει ότι απαιτείται η ένωση ενός αρσενικού και ενός θηλυκού γαμέτα (σπερματοζωάριο και ωάριο) για τη δημιουργία εμβρύου, χρειάζεται δηλαδή η σύντηξη δύο ειδικών αναπαραγωγικών κυττάρων, των γαμετών, που παράγονται αντίστοιχα από τα δύο φύλα. Το αρσενικό δίνει τα σπερματοζωάρια και το θηλυκό τα ωάρια. Είναι η διαδικασία δημιουργίας νέων ατόμων, εξασφαλίζοντας τη συνέχεια και διαιώνιση του είδους. Στο φυτικό βασίλειο, τα ανθόφυτα, δηλαδή τα φυτά που έχουν άνθη, αναπαράγονται με αμφιγονία, δηλαδή με συνένωση δύο γεννητικών κυττάρων (γαμετών) διαφορετικού φύλου (θηλυκού και αρσενικού).

Το άνθος παράγει τους γαμέτες και συνεπώς αποτελεί το αναπαραγωγικό όργανο του φυτού. Ανάλογα με το είδος των γαμετών που παράγει, ένα άνθος μπορεί να είναι αρσενικό, θηλυκό ή τέλειο. Το αρσενικό άνθος έχει μόνο στήμονες, οι οποίοι αποτελούνται από το νήμα και τους ανθήρες. Στους ανθήρες βρίσκονται οι γυρεόκοκκοι, που περιέχουν τους αρσενικούς γαμέτες του φυτού. Το θηλυκό άνθος έχει μόνο ύπερο, ο οποίος αποτελείται από το στίγμα, τον στύλο και την ωοθήκη. Στην ωοθήκη βρίσκονται οι σπερματικές βλάστες, οι οποίες περιέχουν τα ωάρια, δηλαδή τους θηλυκούς γαμέτες του φυτού. Το τέλειο άνθος έχει και στήμονες και ύπερο, παράγει δηλαδή και αρσενικούς και θηλυκούς γαμέτες.

Για την γονιμοποίηση, θα πρέπει να μεταφερθούν οι γυρεόκοκκοι από τους ανθήρες στο στίγμα του υπέρου. Η διαδικασία αυτή ονομάζεται επικονίαση και επιτυγχάνεται κυρίως με τη συνδρομή των εντόμων και του ανέμου. Όταν φτάσει ο γυρεόκοκκος στο στίγμα του υπέρου (επικονίαση), τότε αναπτύσσεται μία προεκβολή, η οποία φτάνει στην ωοθήκη. Μέσα από την προεκβολή μεταφέρεται ο αρσενικός γαμέτης στη σπερματική βλάστη και εκεί ενώνεται με το ωάριο, με αποτέλεσμα να σχηματίζεται το ζυγωτό (γονιμοποίηση), το οποίο πρόκειται να αναπτυχθεί σε φυτικό έμβρυο. Αμέσως η ωοθήκη αρχίζει να μεταβάλλεται σχηματίζοντας τον καρπό, στον οποίο περικλείονται ένα ή περισσότερα σπέρματα. Κάθε σπέρμα περικλείει το φυτικό έμβρυο, από το οποίο θα προκύψει το νέο φυτό[6].

Τα ανωτέρω, λαμβάνοντα χώρα στο ζωικό και φυτικό βασίλειο, αναπτύχθηκαν εν συντομία, προκειμένου να αναδειχθεί, κατ’ αρχήν, η σταθερότητα της άλογης κτίσης (ζώα και φυτά), η οποία διακρίνεται από κανόνες, από την δική της «οντολογία». Ακόμη και στην φύση η διαδικασία της αναπαραγωγής έχει τους δικούς της κανόνες και για την δημιουργία νέας ζωής απαιτείται τόσο το θηλυκό όσο και το αρσενικό σε αλληλοσυμπλήρωση, ενώ πουθενά δεν συναντάται δημιουργία νέας ζωής από την ένωση αρσενικού με αρσενικό ή θηλυκού με θηλυκό, ούτε φυσικά συνιστά τέτοια περίπτωση η μονογονική αναπαραγωγή που λαμβάνει χώρα σε ορισμένα είδη φυτικών (π.χ. φύτευση κλαδιών) και ζωικών οργανισμών (π.χ. σε ορισμένα ασπόνδυλα). Η τελευταία, ήτοι η μονογονία είναι ένας άλλος φυσιολογικός τύπος αναπαραγωγής που απαντάται μόνο στο φυτικό και ζωικό βασίλειο. Εάν μάλιστα, υποθέταμε ότι η άλογη φύση «αποφάσιζε» να κινηθεί αντίθετα προς τους κανόνες της, οι συνέπειες θα ήταν καταστροφικές.

Για παράδειγμα, στο φυτικό βασίλειο, εάν οι αρσενικοί γαμέτες του φυτού επιχειρούσαν να αναπαράγονται στο εξής με άλλους αρσενικούς γαμέτες, φυσικά αυτό θα οδηγούσε σε αποτυχία, αλλά και σε έναν αργό και βέβαιο αφανισμό των περισσότερων μορφών ζωής, συμπεριλαμβανομένου και του ανθρώπου. Τα φυτά, ως γνωστόν, επιτελούν σπουδαίο έργο για την διατήρηση της ζωής στη γη, οπότε σε περίπτωση τερματισμού της διαδικασίας αναπαραγωγής οι επιπτώσεις, πιθανόν, θα ήταν:

α) Άμεση διατροφική κρίση – λιμός, λόγω της κατάρρευσης της γεωργίας και της εξαφάνισης της κτηνοτροφίας. Τα περισσότερα καλλιεργούμενα φυτά (σιτάρι, καλαμπόκι, φρούτα, λαχανικά, ρύζι) εξαρτώνται από την παραγωγή σπόρων. Χωρίς νέους σπόρους, η παραγωγή τροφίμων θα μηδενιζόταν, ενώ τα ζώα που τρέφονται με φυτά θα πέθαιναν από πείνα, εξαλείφοντας τις πηγές κρέατος και γαλακτοκομικών προϊόντων,

β) Περιβαλλοντική κατάρρευση, λόγω της έλλειψης οξυγόνου και της διάβρωσης του εδάφους. Τα φυτά παράγουν οξυγόνο μέσω της διαδικασίας της φωτοσύνθεσης, συνεπώς, εφόσον τα υπάρχοντα φυτά θα γερνούσαν και θα πέθαιναν, χωρίς ταυτόχρονα, να αντικαθίστανται, τα επίπεδα οξυγόνου στην ατμόσφαιρα θα μειώνονταν δραματικά. Επίσης, δεδομένου ότι τα ριζικά συστήματα συγκρατούν το έδαφος, χωρίς νέα φυτά, τα εδάφη θα διαβρώνονταν, οδηγώντας σε ερημοποίηση και

γ) Αφανισμός οικοσυστημάτων, λόγω κατάρρευσης της τροφικής αλυσίδας. Όλα τα φυτοφάγα ζώα θα πέθαιναν, ακολουθούμενα από τα σαρκοφάγα.

Φυσικά ό,τι συμβαίνει στην άλογη κτίση δεν σημαίνει, όπως προαναφέρθηκε, ότι αποτελεί και μέτρο σύγκρισης για τις πράξεις του ανθρώπου, καθότι τα ζώα και τα φυτά είναι άλογα όντα, ενώ ο άνθρωπος είναι έλλογο ον. Η φύση, με άλλα λόγια, δεν μπορεί ποτέ να κινηθεί αντίθετα προς την «οντολογία» και τους κανόνες της, ακριβώς διότι είναι άλογη, ούτε φυσικά υπάρχει «αφύσικη» κατάσταση μέσα σ’ αυτήν. Αυτό, όμως, δεν συμβαίνει με τον άνθρωπο, ο οποίος ως έλλογο ον, με λογική σκέψη, προσωπική ελευθερία, συνείδηση και αυτεξούσιο μπορεί κυριολεκτικά να συλλάβει με τον νου του και, κατόπιν, να επιθυμήσει να κάνει πράξη το ο,τιδήποτε. Δύναται, επομένως, εάν το θελήσει, να στραφεί και ενάντια στον ίδιο του τον εαυτό και στον βιολογικό του σχεδιασμό. Αυτή η μοναδική δυνατότητα, ωστόσο, του ανθρώπου που τον διαχωρίζει από την άλογη κτίση, δεν σημαίνει ότι κάθε τι που θα αποφασίσει ο άνθρωπος να συλλάβει με τον νου του και κάθε τι που θα επιθυμήσει να πράξει και κάθε σεξουαλική δραστηριότητα που θα επιθυμήσει να εκτελέσει, όπως μας αφορά εν προκειμένω, μπορεί να ονομαστεί «δικαίωμα» και «έννομο αγαθό» προστατευόμενο από μια πολιτεία.

Α2. Η οντολογία/φύση του ανθρώπου

Η ανθρώπινη φύση, επίσης διακρίνεται από βιολογικούς κανόνες και σταθερότητα και μπορεί να οριστεί από αυτό που είναι κοινό σε όλους μας. Όλοι οι άνθρωποι στον πλανήτη μοιράζονται μια κοινή φύση, μια κοινή βιολογία και ανατομία και κοινά οργανικά συστήματα που επιτελούν συγκεκριμένους σκοπούς (π.χ. κυκλοφορικό, νευρικό, ανοσοποιητικό, πεπτικό, γεννητικό/αναπαραγωγικό). Μέσα από την εξέταση των οργανικών συστημάτων του ανθρώπου και των λειτουργιών που επιτελούν τα επιμέρους σωματικά του όργανα φανερώνεται η σταθερότητα της ανθρώπινης φύσεως, ενώ συγχρόνως προκύπτουν σημαντικά συμπεράσματα για το ποιες πράξεις, όπως μας αφορά εν προκειμένω σεξουαλικές, έχουν φυσιολογικό ή μη φυσιολογικό χαρακτήρα. Για παράδειγμα, το κυκλοφορικό ή καρδιαγγειακό σύστημα είναι ένα πολύπλοκο δίκτυο που αποτελείται από την καρδιά, τα αιμοφόρα αγγεία (δηλαδή τις αρτηρίες, τις φλέβες και τα τριχοειδή αγγεία) και το αίμα. Κύριος σκοπός του είναι η μεταφορά οξυγόνου, θρεπτικών συστατικών σε όλο το σώμα, στα κύτταρα των ιστών καθώς και η απομάκρυνση των άχρηστων ουσιών από τα κύτταρα[7].

Το πεπτικό σύστημα, το οποίο πρέπει ιδιαίτερα να ληφθεί υπόψη λόγω της πρακτικής της ομοφυλοφιλίας στους άνδρες, αποτελείται από το γαστρεντερικό σωλήνα και από τους προσαρτημένους σ’ αυτό αδένες, που είναι οι σιελογόνοι αδένες, το πάγκρεας και το ήπαρ. Ο γαστρεντερικός σωλήνας αρχίζει με τη στοματική κοιλότητα, συνεχίζεται με το φάρυγγα, τον οισοφάγο, το στομάχι, το λεπτό έντερο, το παχύ έντερο και καταλήγει στον πρωκτό. Στο λεπτό έντερο ολοκληρώνεται η πέψη των πρωτεϊνών, των υδατανθράκων και των λιπών και γίνεται η απορρόφηση των θρεπτικών συστατικών της τροφής, ενώ στο παχύ έντερο αποθηκεύεται προσωρινά το υλικό που δεν έχει υποστεί πέψη μέχρι να αποβληθεί. Στο διάστημα αυτό γίνεται απορρόφηση νερού, αλάτων και ορισμένων βιταμινών. Η απορρόφηση νερού συμβάλλει στη δημιουργία κοπράνων, τα οποία στη συνέχεια αποβάλλονται από τον πρωκτό. Ιδιαίτερα το ορθό που αποτελεί το τελικό τμήμα του παχέος εντέρου, αποθηκεύει προσωρινά τα κόπρανα μέχρι να γίνει η εκκένωση[8]. Η λειτουργία, συνεπώς, του πεπτικού συστήματος και των αποτελούντων αυτό σωματικών οργάνων, έγκειται στην πρόσληψη και διάσπαση των τροφών, στην απορρόφηση θρεπτικών συστατικών και νερού, και στην αποβολή των άχρηστων υπολειμμάτων και δεν σχετίζεται με την σεξουαλική συμπεριφορά του ανθρώπου.

Κοινό και αμετάβλητο είναι και το ανθρώπινο αναπαραγωγικό σύστημα. Από τα οργανικά συστήματα του ανθρώπου, το αναπαραγωγικό είναι το μόνο που συνδέεται με την έκφραση της σεξουαλικότητας του ανθρώπου. Το γεννητικό σύστημα του άνδρα και της γυναίκας διαφέρουν σημαντικά, παρόλο που εξυπηρετούν έναν κοινό σκοπό, την τεκνοποίηση. Τόσο στους άνδρες όσο και στις γυναίκες τα γεννητικά όργανα διακρίνονται σε κύρια και επικουρικά. Τα κύρια γεννητικά όργανα ή γονάδες ή γεννητικοί αδένες είναι στους άνδρες οι όρχεις και στις γυναίκες οι ωοθήκες. Οι γονάδες παράγουν τα φυλετικά κύτταρα ή γαμέτες – δηλαδή τα σπερματοζωάρια στους άνδρες και τα ωάρια στις γυναίκες. Από τη σύντηξη του σπερματοζωαρίου και του ωαρίου προκύπτει το γονιμοποιημένο ωάριο. Όλα τα υπόλοιπα γεννητικά όργανα σε αμφότερα τα φύλα συγκαταλέγονται στα επικουρικά γεννητικά όργανα, περιλαμβανομένων των εσωτερικών αδένων και πόρων που τρέφουν τους γαμέτες και τους μεταφέρουν έξω από το σώμα, καθώς και των έξω γεννητικών οργάνων.

Τα γεννητικά όργανα της γυναίκας προετοιμάζονται, επίσης, για την φιλοξενία του αναπτυσσόμενου εμβρύου κατά την κύηση. Το έμβρυο φιλοξενείται στην μήτρα της γυναικός. Η τελευταία (ήτοι η μήτρα) είναι ένα κοίλο όργανο με παχιά τοιχώματα, το οποίο υποδέχεται και τρέφει το γονιμοποιημένο ωάριο καθ’ όλη τη διάρκεια της κύησης. Οι γαλακτοπαραγωγοί μαζικοί αδένες (μαστοί) εμπλέκονται στην αναπαραγωγική διαδικασία, διότι παράγουν το μητρικό γάλα που αποτελεί τη φυσική διατροφή του νεογνού και του βρέφους. Η γέννηση του νεογνού λαμβάνει χώρα κατά μέσον όρο 266 ημέρες μετά τη γονιμοποίηση και η ακολουθία των γεγονότων που οδηγούν στην εξώθηση του νεογνού από τη μήτρα ονομάζεται τοκετός[9].

Συνεπώς, δυνατότητα δημιουργίας νέας ζωής έχουν μόνο ο άνδρας και η γυναίκα από κοινού και σε αλληλοσυμπλήρωση, προσφέροντας ο καθένας αυτό που απαιτείται για την πράξη της δημιουργίας, δηλαδή ο άνδρας το σπερματοζωάριο και η γυναίκα το ωάριο, ούτως ώστε να προκύψει η νέα ζωή, το ζυγωτό. Το τελευταίο είναι το πρώτο κύτταρο που δημιουργείται από τη γονιμοποίηση (που λαμβάνει χώρα μέσα στη σάλπιγγα), δηλαδή την ένωση ενός ωαρίου με ένα σπερματοζωάριο, και αποτελεί το αρχικό στάδιο ανάπτυξης ενός νέου οργανισμού. Η παραπάνω φυσιολογία του ανθρώπου, το αναπαραγωγικό του σύστημα και τα γεννητικά του όργανα, ολοφάνερα αποκαλύπτουν την απαιτούμενη αλληλοσυμπλήρωση ανδρός και γυναικός για την δημιουργία μιας νέας ζωής. Μαρτυρούν επίσης, τις απόλυτα φυσιολογικές σεξουαλικές πράξεις που λαμβάνουν χώρα ανάμεσα στα δύο φύλα, τον γνήσιο και απόλυτα φυσιολογικό ερωτισμό και αγάπη που αναπτύσσει ο άνθρωπος προς το άλλο φύλο, με σκοπό την δημιουργία οικογένειας και την απόκτηση απογόνων. Μάλιστα, η αλληλοσυμπλήρωση ανδρός και γυναικός δεν περιορίζεται μόνο στην αναπαραγωγική διαδικασία και δεν τερματίζεται με την γέννηση του παιδιού, αλλά εξακολουθεί να είναι αναγκαία και κατά την μετέπειτα αγωγή του παιδιού, καθότι με διαφορετικό τρόπο συνεισφέρει ο πατέρας στην αγωγή και ανάπτυξη του παιδιού και με διαφορετικό τρόπο συνεισφέρει η μητέρα, λόγω ακριβώς των διαφορετικών βιολογικών και ψυχολογικών χαρακτηριστικών της πατρότητας και της μητρότητας.

Τα ανωτέρω είναι αμετάβλητα βιολογικά και ιατρικά δεδομένα που δεν έχουν υποστεί καμία απολύτως εξέλιξη, ούτε σχετίζονται με κάποια εξέλιξη στις κοινωνικοηθικές αντιλήψεις σχετικά με τις ομοφυλοφιλικές σχέσεις. Συνδέονται, επίσης, άρρηκτα με νομοθετικές ρυθμίσεις κρατών εντός και εκτός Ευρώπης που επιτρέπουν στους ομοφυλόφιλους να συνάπτουν «γάμο» και, ως αυτόθροη συνέπεια, να υιοθετούν ανήλικα παιδιά. Γίνεται λόγος βέβαια για υιοθεσία, καθότι οι ομοφυλόφιλοι στερούνται εκ φύσεως την δυνατότητα αναπαραγωγής. Επομένως, με τις εν λόγω ρυθμίσεις επιχειρείται η θέσπιση ενός «ανθρωπίνου δικαιώματος» που αντιστρατεύεται αντικειμενικά βιολογικά δεδομένα και τις πραγματικές δυνατότητες της ανθρώπινης φύσης, με άλλα λόγια την ίδια την ανθρώπινη φύση.

Στους αιώνες που παρήλθαν αλλά και στον αιώνα που διανύουμε δεν άλλαξε η ανθρώπινη φυσιολογία, ούτε ο τρόπος αναπαραγωγής των ανθρώπων, αλλά και μάλλον ούτε θα αλλάξει στους αιώνες που έπονται. Και η λογική σκέψη φαίνεται να είναι η εξής: Εάν η ομοφυλοφιλική πράξη ήταν φυσιολογική στους ανθρώπους και δεν προσέκρουε στην βιολογία τους και στα οργανικά τους συστήματα τότε οι ομοφυλόφιλοι δεν θα στερούντο την βιολογική δυνατότητα αναπαραγωγής, αλλά αντίθετα θα μπορούσαν, για παράδειγμα, δύο άντρες να γεννήσουν και να αποκτήσουν δικά τους τέκνα. Και αντιστρόφως, εάν δύο άντρες που δηλώνουν ομοφυλόφιλοι μπορούσαν να γεννήσουν και να αποκτήσουν δικά τους τέκνα, η πράξη τους θα ήταν απολύτως φυσιολογική και δεν θα μπορούσε κανείς να τους αρνηθεί αυτό που η ίδια η βιολογία τους προσφέρει και τους επιτρέπει. Ούτε φυσικά θα χρειάζονταν οι διάφορες πολιτείες εντός και εκτός Ευρώπης, να εκδίδουν, κατά βάση, τον 21ο αιώνα νομοθετήματα για την θέσπιση δικαιώματος τελέσεως «γάμου» μεταξύ ατόμων του ιδίου φύλου με ταυτόχρονη συνέπεια το δικαίωμα υιοθεσίας από αυτούς παιδιών, αλλά θα ήταν αυτονόητο το δικαίωμά τους αυτό, όπως ήταν πάντα αυτονόητο για τον άνδρα και την γυναίκα. Με άλλα λόγια, δεν υφίσταται ανθρώπινο δικαίωμα που μπορεί μια συντεταγμένη πολιτεία και κοινωνία ανθρώπων να προασπίσει και να προστατεύσει, εφόσον δεν συνάπτεται άρρηκτα με την ανθρώπινη φύση και τις δυνατότητες της. Γι’ αυτό άλλωστε λέγονται και «ανθρώπινα» δικαιώματα, γιατί απευθύνονται στον άνθρωπο και τις πραγματικές δυνατότητές του.

Μάλιστα, πολλές φορές προκειμένου να καταλήξει κανείς στο συμπέρασμα εάν μια πράξη είναι ευεργετική/ωφέλιμη ή επιβλαβής, φυσιολογική ή μη φυσιολογική, πρέπει πρώτα να αναλογιστεί και να συνεκτιμήσει τις συνέπειες που πρόκειται να επέλθουν από την εκτέλεσή της. Ένα, λοιπόν, ακόμη, απόλυτα λογικό επιχείρημα υπέρ του μη φυσιολογικού χαρακτήρα της ομοφυλοφιλικής πράξης προκύπτει από τις συνέπειες που θα είχε μια καθολική υιοθέτηση από τους ανθρώπους αποκλειστικά ομοφυλοφιλικών σχέσεων. Όπως στην περίπτωση της άλογης κτίσης που «αποφάσιζε» να κινηθεί ενάντια στους κανόνες της οι συνέπειες θα ήταν καταστροφικές και θανατηφόρες για όλα τα είδη των οργανισμών, έτσι και στην περίπτωση του ανθρώπου που θα αποφασίσει να κινηθεί ενάντια στην φύση του, βιολογία του, φυσιολογία του, οι συνέπειες θα ήταν επίσης καταστροφικές, ήτοι η εξαφάνιση, με μαθηματική ακρίβεια, του ανθρωπίνου γένους από τον πλανήτη.

Πρέπει, δε, να τονιστεί ότι, σε αντίθεση με την άλογη κτίση, αυτό, δηλαδή η απόρριψη των φυσιολογικών σχέσεων μεταξύ ανδρός και γυναικός και η υιοθέτηση αποκλειστικά ομοφυλοφιλικών, είναι εφικτό στην ανθρωπότητα, ακριβώς λόγω της ελεύθερης βούλησης, της προσωπικής ελευθερίας και του αυτεξουσίου που διαθέτει ο άνθρωπος, ο οποίος μπορεί να κάνει πράξη ό,τι επιθυμήσει. Γι’ αυτό και η έννοια «μη φυσιολογικό» είναι νοητή στα ζητήματα του ανθρώπου. Συνεπώς, η ομοφυλοφιλία, εκ της πρακτικής της, δεν είναι φυσιολογική σεξουαλική συμπεριφορά, αλλά γενετήσια εκτροπή, καθότι: α) δεν φανερώνεται στην οντολογία του ανθρώπου, ούτε υποστηρίζεται από την βιολογία, τα οργανικά του συστήματα και τις λειτουργίες που επιτελούν τα επιμέρους σωματικά του όργανα, β) οι ομοφυλόφιλοι στερούνται βιολογικά την δυνατότητα αναπαραγωγής και γ) οι συνέπειες θα ήταν καταστροφικές (στην πραγματικότητα ο αφανισμός του ανθρώπου) στην περίπτωση της αποδοχής αποκλειστικά ομοφυλοφιλικών σχέσεων από την ανθρωπότητα.

Β. Οι θεσμοί του γάμου και της οικογένειας ειδικά στην ελληνική έννομη τάξη

Ο «γάμος»[10] υπό την συνταγματική του έννοια έχει ορισμένα ουσιώδη στοιχεία και τον διέπουν ορισμένες θεμελιώδεις αρχές, οι οποίες ισχύουν διαχρονικά στην ελληνική κοινωνία και στην ελληνική έννομη τάξη. Με άλλα λόγια, η κατά το Σύνταγμα έννοια του γάμου έχει στη χώρα μας δεδομένο ιστορικό, πολιτισμικό και νομικό περιεχόμενο. Πρόκειται για την μόνιμη συμβίωση δύο προσώπων διαφορετικού φύλου. Η συμβίωση αυτή πραγματοποιείται με την ελεύθερη και πλήρη συναίνεση των συζύγων, αναγνωρίζεται από την έννομη τάξη και χαρακτηρίζεται από την ισότητα των δικαιωμάτων και των ευθυνών των συζύγων σε σχέση με το γάμο και κατά τον έγγαμο βίο. Ο κοινός νομοθέτης δεν δύναται ούτε να καταργήσει τον γάμο, ούτε να ανατρέψει το νοηματικό του περιεχόμενο και να μεταβάλει τα ανωτέρω θεμελιώδη χαρακτηριστικά στοιχεία του. Οι θεσμοί του γάμου και της οικογένειας, όπως μάλιστα διαμορφώθηκαν υπό την ευεργετική επίδραση της Χριστιανικής διδασκαλίας[11], συνιστούν στην ελληνική κοινωνία ύπατα αγαθά και πραγματώνουν υπέρτατες ηθικές και κοινωνικές αξίες. Είναι θεσμοί, οι οποίοι κατά τον πυρήνα τους, παραμένουν στην συνείδηση του λαού απαρασάλευτοι. Δια τούτο και ο Συνταγματικός νομοθέτης διεκήρυξε ότι η οικογένεια είναι «θεμέλιο της συντήρησης και προαγωγής του Έθνους»[12]. «Γάμος» μεταξύ προσώπων του αυτού φύλου και «συντήρηση» του Έθνους είναι έννοιες ολοφάνερα αντιφατικές και σχήμα άκρως οξύμωρο.

Εκ των ανωτέρω παρέπεται, ότι η αντίστοιχη ρύθμιση στην ελληνική έννομη τάξη, κατά το μέρος που προβλέπει τη δυνατότητα συνάψεως «γάμου» μεταξύ ομοφυλοφίλων αντίκειται πρωτίστως στο άρθρο 2 παρ. 1 του Συντάγματος που προβλέπει την προστασία και τον σεβασμό της αξίας του ανθρώπου, καθότι αποτελεί ρύθμιση που επικροτεί την αλλοίωση της ανθρώπινης φύσης και οντολογίας. Προστασία της αξίας του ανθρώπου και αλλοίωση της ανθρώπινης φύσης είναι έννοιες αντιφατικές. Επίσης, αντίκειται και στο άρθρο 21 παρ. 1 του Συντάγματος, με το οποίο θεσπίζεται υποχρέωση του κράτους να μεριμνά για την προστασία του θεσμού του γάμου και της οικογενείας η οποία, κατά την συνταγματική διάταξη, είναι θεμέλιο της συντήρησης και προαγωγής του Έθνους. «Γάμος» μεταξύ προσώπων του αυτού φύλου και «συντήρηση» του Έθνους είναι έννοιες, επίσης, αντιφατικές.

Αυτονόητα και η αυτόθροη συνέπεια της ανωτέρω ρύθμισης, ήτοι του δικαιώματος των ομοφυλοφίλων προς υιοθεσία ανηλίκου, αντίκειται στις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1, 5 παρ. 1, και 21 παρ. 1 του Συντάγματος αλλά και στην Διεθνή Σύμβαση για τα Δικαιώματα του παιδιού, καθότι το περιβάλλον ανατροφής του παιδιού πρόκειται να είναι μη φυσιολογικό κατά τα αναφερόμενα στην προηγούμενη ενότητα (Α2), δεδομένου μάλιστα ότι, εξ ορισμού, το περιβάλλον αυτό απορρίπτει πανηγυρικά είτε το πατρικό είτε το μητρικό πρότυπο, τα οποία όμως και τα δύο απαιτούνται αναγκαστικά και σε αλληλοσυμπλήρωση τόσο για την γέννηση κάθε ανθρώπου όσο και για την μετέπειτα ανατροφή του. Αυτή η πανηγυρική απόρριψη της φύσεως δεν υπάρχει ούτε στην περίπτωση ενός χήρου πατέρα/μιας χήρας μητέρας, ούτε στην περίπτωση ενός άγαμου ενηλίκου που υιοθετεί τέκνο, γι’ αυτό και αυτά τα δύο φυσιολογικά περιβάλλοντα (ήτοι του χήρου πατέρα/της χήρας μητέρας και του άγαμου ενηλίκου που υιοθετεί τέκνο) δεν είναι συγκρίσιμα με το μη φυσιολογικό ομοφυλοφιλικό περιβάλλον ανατροφής.

ΙΙΙ. Οι συνέπειες των ρυθμίσεων που επιτρέπουν την σύναψη «γάμου» μεταξύ ομοφυλοφίλων και την υιοθεσία από αυτούς παιδιών – Συμπεράσματα

Α. Διάβρωση συνειδήσεως – Επιπτώσεις στον ψυχικό κόσμο και στον ερωτισμό ιδίως των εύπλαστων νέων

Η λέξη «συνείδηση» προέρχεται από το απαρέμφατο «συν-ειδέναι» του ρήματος «σύνοιδα» που σημαίνει γνωρίζω καλά[13]. Η συνείδηση είναι χαρακτηριστικό στοιχείο μόνο του ανθρώπου, όλων των ανθρώπων και μάλιστα ανεξαρτήτως θρησκευτικών πεποιθήσεων, ενώ τα άλογα ζώα δεν διαθέτουν. Η φωνή της συνειδήσεως επιτελεί σπουδαιότατο και βαρυσήμαντο ρόλο, καθότι πληροφορεί τον άνθρωπο για το καλό ή κακό χαρακτήρα των πράξεων του αλλά και για τον φυσιολογικό ή μη φυσιολογικό χαρακτήρα των πράξεων του. Έτσι γνωρίζει, για παράδειγμα, ο άνθρωπος ότι δεν πρέπει να κλέπτει, να σκοτώνει, να λέγει ψέματα, να αδικεί τον συνάνθρωπο κ.α. και γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο ο καταλογισμός είναι εφικτός και η τιμωρία από την πολιτεία είναι νοητή στον άνθρωπο, αλλά όχι και στο άλογο ζώο το οποίο, όπως προαναφέρθηκε, στερείται λογικής σκέψης και συνειδήσεως, συνεπώς και καταλογισμού, αφού δρα μόνο κατά την φύση του, χωρίς οποιαδήποτε παρεκτροπή και χωρίς οι πράξεις του να μπορούν να προσλάβουν μεμπτό χαρακτήρα. Δεν φυλακίστηκε ποτέ, για παράδειγμα, κανένα ζώο για παιδοκτονία, η οποία συναντάται σε ορισμένα είδη του ζωικού βασιλείου.

Η συνείδηση στον άνθρωπο έχει ένα χαρακτηριστικό στοιχείο. Παρουσιάζει μεν σταθερότητα (όλες οι παραπάνω ενδεικτικά αναφερόμενες πράξεις, ήτοι η κλοπή, η ανθρωποκτονία, η ψευδολογία, η αδικία δεν θα πάψουν ποτέ να είναι κατακριτέες), ωστόσο είναι επιδεκτική τόσο βελτιώσεως και καλυτέρευσης (ιδιαίτερα μάλιστα στην νηπιακή και εφηβική ηλικία) όσο και διάβρωσης, αλλοίωσης και χειροτέρευσης. Οι τελευταίες καταστάσεις, δηλαδή η διάβρωση, η αλλοίωση και η χειροτέρευση επέρχονται όταν ο άνθρωπος, ως ον ελεύθερο και αυτεξούσιο, παύει, εάν το θελήσει, να υπακούει στην πληροφόρησή της (ήτοι της συνειδήσεως) και συνηθίσει τον εαυτό του στην εκτέλεση κατακριτέων πράξεων. Σε αυτήν την περίπτωση, μάλιστα, ο άνθρωπος μπορεί να φτάσει και στο σημείο να θεωρεί φυσιολογική την κλοπή, την ψευδολογία, την αδικία ή και την ανθρωποκτονία ακόμη. Έχει γίνει, όπως λέγουμε πολλές φορές στην καθημερινότητα, «ασυνείδητος», διότι έχει παύσει να υπακούει στις προσταγές της συνειδήσεώς του.

Η συνείδηση φαίνεται να ήταν ο κυριότερος λόγος για τον οποίο η ανθρωπότητα, αλλά και η ελληνική έννομη τάξη (μόλις το 2024), εάν λάβουμε υπόψη τις χιλιετίες εξέλιξης του ανθρώπινου είδους, καθυστέρησε τόσο πολύ να προχωρήσει στη θέσπιση τέτοιων ρυθμίσεων, να αναγνωρίσει δηλαδή το δικαίωμα συνάψεως «γάμου» στους ομοφυλόφιλους και την δυνατότητα υιοθεσίας από αυτούς παιδιών, καθότι η πληροφορία που λαμβάνει ο άνθρωπος σε επίπεδο συνειδήσεως σχετικά με την ομοφυλοφιλία είναι ότι αυτή είναι μη φυσιολογική σεξουαλική πράξη, παρέκκλιση της σεξουαλικότητας. Ωστόσο, από την ιστορία, μπορούμε να αναφέρουμε και μια σύντομη εξαίρεση αναφορικά με το αυτό το είδος «γάμου», δηλαδή το παράδειγμα του αυτοκράτορα της Ρώμης, Νέρωνα, ο οποίος είχε επιτρέψει την τέλεση «γάμων» μεταξύ ομοφυλοφίλων προσώπων, προφανώς για να νομιμοποιήσει δική του όμοια συμπεριφορά. Πράγματι, ο Νέρων, αφού εφόνευσε διαδοχικώς δύο συζύγους (την Οκταβία και την Ποππαία Σαβίνα) τέλεσε δύο τέτοιους «γάμους» και μάλιστα κατά τον ένα εξ αυτών είχε την ιδιότητα της νύφης, φερούσης πολυτελές νυφικό, με κάποιον άνδρα με το όνομα Πυθαγόρας, ενώ κατά τον δεύτερο είχε την ιδιότητα του νυμφίου, με νύφη κάποιον με το όνομα Σπόρος, τον οποίο είχε ευνουχίσει και μετονομάσει σε Σαβίνα[14].

Αν, λοιπόν, δεν υφίστατο συνειδησιακό πρόβλημα, συνειδησιακή αμφιβολία και συνειδησιακός δισταγμός τότε ουδόλως θα χρειάζονταν νομικές αναγνωρίσεις, νομικές κατασκευές και νομικές ερμηνείες που δεν ανταποκρίνονται στο γράμμα του νόμου (contra legem ερμηνεία), ιδίως περί εξέλιξης των θεσμών του γάμου και της οικογένειας, αλλά αντίθετα, τα πράγματα θα ήταν και για τους ομοφυλόφιλους αυτονόητα, όπως ήταν πάντα αυτονόητα για τον άνδρα και την γυναίκα. Ενδεικτικά, υπενθυμίζεται, ότι το δικαίωμα συνάψεως γάμου και ιδρύσεως οικογένειας προβλέπεται από το άρθρο 12 της ΕΣΔΑ, το οποίο σαφώς κάνει λόγο για «ανήρ» και «γυνή» κατά την εξής διατύπωση: «Άμα τη συμπληρώσει ηλικίας γάμου, ο ανήρ και η γυνή έχουν το δικαίωμα να συνέρχωνται εις γάμον και να ιδρύωσιν οικογένειαν συμφώνως προς τους διέποντας τούτο εθνικούς νόμους». Οποιαδήποτε άλλη ερμηνεία της διάταξης αυτής, υπό την επίκληση, μεταξύ άλλων, του γεγονότος ότι από της ψηφίσεως της ΕΣΔΑ υπήρξαν κοινωνικοηθικές εξελίξεις που επιβάλλουν τις ερμηνευτικές αυτές προσεγγίσεις, δεν μπορεί να σταθεί και θα συνιστούσε contra legem ερμηνεία της διάταξης. Ο δικαστής όμως (είτε εθνικός, είτε του Δ.Ε.Ε., είτε του Ε.Δ.Δ.Α.) είναι εφαρμοστής και όχι ποιητής του νόμου, ενώ σε κάθε περίπτωση και το επιχείρημα των κοινωνικοηθικών εξελίξεων απορρίπτεται, καθότι οι συμβιώσεις ομοφυλοφίλων ήταν, όπως φαίνεται και από το παράδειγμα του Νέρωνα, και είναι γνώστες στην ανθρωπότητα εδώ και αιώνες.

Και προκύπτει το εξής ερώτημα: Άλλαξε κάτι σε συνειδησιακό επίπεδο και αν ναι, πότε έγινε αυτή η αλλαγή; Το έτος 2000 ή 2017 ή 2026; Η απάντηση είναι αρνητική, δεν έχει αλλάξει κάτι ούτε σε επίπεδο συνειδήσεως. Ως εκ τούτου, η διάβρωση, η χειροτέρευση της συνειδήσεως του ανθρώπου είναι η σοβαρότερη συνέπεια των εν λόγω ρυθμίσεων. Το παιδί, για παράδειγμα, που πρόκειται να υιοθετηθεί από ομοφυλόφιλους, ακόμη και στην νηπιακή/εφηβική του ηλικία, δεν στερείται συνειδήσεως και είναι σε θέση να αντιληφθεί ότι χρειάστηκε και μια γυναίκα ή αντίστοιχα και ένας άνδρας για να έρθει στην ύπαρξη. Είναι πολύ πιθανόν λοιπόν, να υποστεί σύγχυση στη συνείδηση και να έχει διάφορες συνειδησιακές ενοχλήσεις υπό την μορφή ερωτημάτων, όπως «κάνουν φυσιολογικές πράξεις οι «γονείς» μου;» ή «γιατί τα άλλα παιδιά έχουν μητέρα και πατέρα κι εγώ όχι;» ή μπορεί φυσικά να αντιληφθεί την ομοφυλοφιλία ως «κανονικότητα» της ανθρώπινης φύσης.

Ο ψυχικός του κόσμος επίσης θα υποστεί βλάβη, με ό,τι αυτό μπορεί να σημαίνει για την ανάπτυξη της προσωπικότητας του και την μετέπειτα κοινωνική του σταδιοδρομία, καθότι, εξ ορισμού, θα στερηθεί είτε την μητρική είτε την πατρική αγάπη, τα οποία αυτά είδη αγάπης, δηλαδή της μητέρας και του πατέρα σε καμία περίπτωση δεν μπορούν να εξομοιωθούν, διότι πηγάζουν, όπως προαναφέρθηκε, από τα διαφορετικά αμετάβλητα βιολογικά και ψυχολογικά χαρακτηριστικά της πατρότητας και της μητρότητας. Τέλος, ενδέχεται να υπάρξουν και αρνητικές επιπτώσεις για τον μετέπειτα ερωτισμό του, εάν, επηρεαζόμενο έως ένα βαθμό από την ανατροφή του σε περιβάλλον ομοφυλοφίλων, εκλάβει, όπως επισημάνθηκε και ανωτέρω, την ομοφυλοφιλία ως «φυσιολογική» και θελήσει και αυτό να ακολουθήσει αυτόν τον τρόπο ζωής, ήτοι της ομοφυλοφιλίας, η οποία ωστόσο συνιστά αποδοκιμαστέα πράξη και δεν είναι πρότυπο ζωής για τον άνθρωπο.

Β. Συμπεράσματα

Συμπερασματικά, κατά την άποψη της γράφουσας, με τις ρυθμίσεις αυτές, και σε όσα κράτη αυτές ισχύουν, προωθείται και επιχειρείται τόσο η αλλοίωση της ανθρώπινης οντολογίας και φύσεως όσο και η διάβρωση, αλλοίωση και εξασθένιση της συνειδήσεως, ούτως ώστε η ομοφυλοφιλία να πάψει, ιδιαίτερα στους νέους, να θεωρείται αφύσικη και κατακριτέα από την συνείδηση πράξη. Το τελευταίο, ωστόσο, αυτονόητα δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα για τους λόγους που εκτέθηκαν ανωτέρω. H ομοφυλοφιλία συνιστά εσφαλμένη επιλογή ορισμένων ανθρώπων (την οποία- και πρέπει να τονιστεί αυτό- δύνανται οι συνάνθρωποι μας αυτοί να αναθεωρήσουν, εάν το θελήσουν) που αφορά στην ιδιωτική τους ζωή. Αυτό όμως δεν έχει καμία σχέση με το ζήτημα της αξίωσης των ομοφυλοφίλων να αναχθεί αυτή τους η συμβίωση, σε δικαίωμα τελέσεως γάμου, αντιστοίχου με εκείνον των ετερόφυλων προσώπων. Άλλωστε, ο γάμος μεταξύ ετερόφυλων προσώπων αυτονόητα δεν τελεί, λαμβανομένων υπόψη ηθικών, φυσιολογικών και δημογραφικών παραμέτρων, υπό τις αυτές συνθήκες με την συμβίωση των ομοφυλοφίλων, οπότε τίθεται και ζήτημα παραβιάσεως της αρχής της ισότητας εκ της όμοιας νομικής μεταχείρισης αυτών των δύο ανόμοιων καταστάσεων.
Η άρνηση και παράβλεψη των πραγματικών βιολογικών δυνατοτήτων του ανθρώπου, η άρνηση του βιολογικού φύλου, η άρνηση οποιασδήποτε σταθερότητας στην ανθρώπινη οντολογία και φύση, η άρνηση αντικειμένων στην ανθρώπινη φύση σεξουαλικών συμπεριφορών, η άρνηση σταθερού εννοιολογικού περιεχομένου της λέξεως «γάμος», το μόνο σίγουρο είναι ότι οδηγούν (οι παραπάνω αρνήσεις) σε παράλογες και αντι-ανθρώπινες καταστάσεις, στην εξαχρείωση του ανθρώπου και όχι στην προστασία της αξίας του. Άλλωστε, όπως πολλές φορές επισημάνθηκε παραπάνω, ο άνθρωπος, ως ον λογικό και ελεύθερο, μπορεί να σκεφθεί αμέτρητους τρόπους προκειμένου να αναπτύξει δήθεν την σεξουαλικότητά του (π.χ. με αντικείμενα/πράγματα, με ζώα κ.α.). Όλα αυτά φυσικά δεν συνιστούν φυσιολογικές σεξουαλικές συμπεριφορές, ούτε ανθρώπινα δικαιώματα.
Επίσης, δύναται στο πλαίσιο δήθεν της ανάπτυξης της προσωπικότητάς του να πάψει να αυτοπροσδιορίζεται ως άνθρωπος αλλά να θελήσει στο μέλλον να αυτοπροσδιορίζεται π.χ. ως ελέφαντας[15], ή και να θελήσει να τελέσει «γάμο» με ελέφαντα, οπότε η ανθρωπότητα μπορεί να φθάσει και στο σημείο να ομιλεί μόνο για τα ατομικά «ανθρώπινα» δικαιώματα, αλλά στην πραγματικότητα να εννοεί τους ελέφαντες. Όλα τα παραπάνω δεν είναι ακραίες και παράλογες υποθέσεις (άλλωστε ήδη συμβαίνουν), αλλά προκύπτουν από την «λογική» των παραπάνω αρνήσεων και από την δυνατότητα του ανθρώπου να πράττει και να σκέπτεται ό,τι θέλει, ακόμη και ψεύδη.

Τα ατομικά ανθρώπινα δικαιώματα, για να είναι πράγματι ανθρώπινα, δηλαδή του ανθρώπου, οφείλουν να προάγουν την ψυχική, ηθική και πνευματική ανύψωσή του, να ανταποκρίνονται στην αληθινή σεξουαλικότητά του (ήτοι μεταξύ ανδρός και γυναικός), στις πραγματικές βιολογικές δυνατότητές του, και όχι σε ψευδείς και ανύπαρκτες. Οι διατάξεις για την προστασία των ατομικών ανθρωπίνων δικαιωμάτων οφείλουν να είναι με τέτοιο τρόπο καταστρωμένες σε μια έννομη τάξη, ούτως ώστε να βοηθούν τον άνθρωπο να αγαπήσει τον εαυτό του, την ανθρώπινη φύση του, όπως αυτή αποκαλύπτεται μέσα από την σταθερή βιολογία του, η οποία λειτουργεί με τρόπο άριστο. Με άλλα λόγια, δεν πρέπει να στρέφονται ενάντια στην ανθρώπινη φύση και οντολογία, η οποία είναι αναλλοίωτη, σταθερή και αμετάβλητη έως και σήμερα και τεκμηριώνει ολοφάνερα την γνήσια και απόλυτα φυσιολογική σεξουαλική συμπεριφορά που αναπτύσσει ο άνθρωπος μόνο με το άλλο φύλο, δηλαδή ο άνδρας με την γυναίκα και η γυναίκα με τον άνδρα. Η φυσιολογική αυτή παράμετρος και η διαφορά φύλου αποτελούν και στοιχεία της υπόστασης του γάμου, όπως, ως θεσμό, τον γνωρίζει η ανθρωπότητα εδώ και αιώνες.

[1] ΦΕΚ Α’ 27/17.2.2024.

[2] Ενδεικτικά, Ε.Δ.Δ.Α., Bayev κ.λπ. κατά Ρωσίας, αριθ. 67667/09, 44092/12 και 56717/12, §§ 66-67, 20.6.2017.

[3] Άρθρο 2 παρ. 1 Συντ. «1. O σεβασμός και η προστασία της αξίας του ανθρώπου αποτελούν την πρωταρχική υποχρέωση της Πολιτείας.».

[4] Χρυσόγονος Κ., Ατομικά και Κοινωνικά Δικαιώματα, 2006, σελ. 109.

[5] Τεγόπουλος – Φυτράκης, Ελληνικό λεξικό, Δ’ έκδοση, υπό τη λέξη «φυσιολογικός».

[6] Γκούβρα Μ., Καμπούρη Α., Μαυρικάκη Ε., Βιολογία Α’ και Β’ Γυμνασίου, σελ. 114-121, Εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος Λαρούς Μπριτάννικα, υπό τη λέξη «αναπαραγωγή», σελ. 405 επ..

[7] Linda S. Costanzo, Φυσιολογία, έκτη έκδοση, 2021, σελ. 133, Ποζιόπουλος Χ., Σαράφογλου Σ., Φυσιολογία, 2017, σελ. 1.

[8] Marieb, Wilhelm, Mallatt, Ανατομία, όγδοη έκδοση, 2018, σελ. 699-741.

[9] Αυτόθι, σελ. 769-799.

[10] Θεμελιώδης είναι και ο περίφημος περί γάμου ορισμός του Ρωμαίου Νομοδιδασκάλου Ερεννίου Μοδεστίνου, κατά τον οποίο «Γάμος εστί ένωσις ανδρός και γυναικός και συγκλήρωσις του βίου παντός, θείου τε και ανθρωπίνου δικαίου κοινωνία» (=ο γάμος είναι η συνάφεια του άνδρα και της γυναίκας με σκοπό την κοινή πορεία και το μοίρασμα όλου του βίου, συγχρόνως δε η κοινωνία του θείου και ανθρώπινου δικαίου), όπου η διαφορά φύλου αναφέρεται ως στοιχείο της υπόστασης του γάμου. Σοφή είναι και η εξής ρήση του Αριστοτέλη στο έργο του «Οικονομικά Α’», ήτοι: «Οὕτω προῳκονόμηται ὑπὸ τοῦ θείου ἑκατέρου ἡ φύσις, τοῦ τε ἀνδρὸς καὶ τῆς γυναικός, πρὸς τὴν κοινωνίαν.» (=Είναι έργο της θείας πρόνοιας και της θείας οικονομίας η δημιουργία της τοιαύτης φύσεως του ανδρός και της γυναικός, προς τον σκοπό της δια βίου κοινωνίας με αμοιβαία αφοσίωση και αγάπη των συζύγων).

[11] Τον γάμο μεταξύ ανδρός και γυναικός ευλόγησε ο Θεάνθρωπος Ιησούς Χριστός στην Κανά της Γαλιλαίας (Ιω. 2,1).

[12] Άρθρο 21 παρ. 1 Συντ. «1. Η οικογένεια, ως θεμέλιο της συντήρησης και προαγωγής του Έθνους, καθώς και ο γάμος, η μητρότητα και η παιδική ηλικία τελούν υπό την προστασία του Κράτους.[…]».

[13] Τεγόπουλος – Φυτράκης, ο.π., υπό τη λέξη «συνείδηση», Γιαννακόπουλος Παν. Ε., Λεξικό της αρχαίας ελληνικής γλώσσας, υπό τη λέξη «σύνοιδα».

[14] Φιλιππίδης Τ., «Πρώτος διδάξας ο Νέρων», Αρμ 2006, σελ. 11-17, Επιστημονική επετηρίδα ΔΣΘ 27, ΚΑΣΣΙΟΥ ΔΙΩΝΟΣ, Ρωμαϊκή Ιστορία, βιβλ. 62 και 63.

[15] Μπορούμε δυστυχώς να αναφέρουμε το κίνημα των «Therians» (Θηριανών), μιας ομάδας ανθρώπων -στην πλειονότητά τους έφηβοι και νεαροί ενήλικες- που δηλώνουν ότι ταυτίζονται ψυχολογικά, πνευματικά ή νευρολογικά με ζώα, υιοθετώντας πλήρως τη συμπεριφορά, τους ήχους και τις κινήσεις τους.

πηγή:ἠλεκτρονικό ταχυδρομεῖο 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

ΤΕΣΣΕΡΙΣ ΧΡΗΣΙΜΕΣ ΟΔΗΓΙΕΣ

1.Μπορεῖτε νά δεῖτε τίς προηγούμενες δημοσιεύσεις τοῦ ἱστολογίου μας πατώντας τό: Παλαιότερες ἀναρτήσεις (δεῖτε δεξιά)

2.Καλλίτερη θέαση τοῦ ἱστολογίου μέ τό Mozilla.

3.Ἐπιτρέπεται ἡ ἀναδημοσίευση τῶν ἀναρτήσεων μέ τήν προϋπόθεση ἀναγραφῆς τῆς πηγῆς

4.Ἐπικοινωνία:
Kyria.theotokos@gmail.com .
Γιά ἐνημέρωση μέσῳ ἠλεκτρονικοῦ ταχυδρομείου στεῖλτε μας τό e- mail σας στό
Kyria.theotokos@gmail.com .
Home of the Greek Bible