Σήμερα, θά ποῦμε παιδιά, μέ τή βοήθεια τοῦ Θεοῦ, τήν σχέση πού ἔχουνε τά πάθη μέ τούς δαίμονες καί τί εἶναι τά πάθη.
Τά πάθη -ἄς ἀρχίσουμε ἀπ’ αὐτό- εἶναι κακές ἕξεις, κακές συνήθειες. Κάποιος κάνει μιά ἁμαρτία. Ἡ ἁμαρτία δέν εἶναι πάθος. Θύμωσες μιά φορά, δέν σημαίνει ὅτι ἔχεις καί τό πάθος τοῦ θυμοῦ. Ἀλλά ἄν τό κάνεις καί δεύτερη καί τρίτη, μετά σιγά-σιγά ἀποκτᾶς αὐτή τήν κακή συνήθεια νά θυμώνεις. Καί λέμε ὅτι πλέον ἔχεις τό πάθος τοῦ θυμοῦ. Τό ἴδιο εἶναι μέ ὅλα τά πάθη. Εἶναι κακές ἕξεις, κακές συνήθειες, καί οὐσιαστικά εἶναι ἡ κακή χρήση πού κάνουμε στίς δυνάμεις πού μᾶς ἔχει δώσει ὁ Θεός. Ὁ θυμός ἄς ποῦμε, γιά παράδειγμα, εἶναι μία δύναμη πού μᾶς ἔχει δώσει ὁ Θεός καί δέν εἶναι κακό ὡς δύναμη. Κακή εἶναι ὅμως ἡ χρήση πού κάνουμε καί ἀντί νά τόν στρέφουμε ἐναντίον τῶν δαιμόνων, ἐναντίον τοῦ ἁμαρτωλοῦ ἑαυτοῦ μας, τοῦ διαβόλου κ.λ.π. τόν στρέφουμε ἐναντίον τῶν ἀδελφῶν μας. Κάνουμε μία κακή χρήση τοῦ θυμικοῦ τῆς ψυχῆς. Τό ἴδιο εἶναι καί τό ἐπιθυμητικό, οἱ ἐπιθυμίες πού ἔχουμε εἶναι πάλι δυνάμεις τῆς ψυχῆς. Θέλει ὁ ἄνθρωπος, ἄς ποῦμε, τήν δόξα. Αὐτή τήν ἀγάπη γιά τήν δόξα ὁ Θεός τήν ἔχει βάλει. Ἀλλά θά πρέπει ν’ ἀγαπήσει τήν δόξα τοῦ Θεοῦ ὁ ἄνθρωπος, τήν ἀληθινή δόξα, αὐτή πού πραγματικά ἔχει μία ὑπόσταση καί εἶναι κάτι πού μένει αἰώνια. Ἀντί γι’ αὐτό ὁ ἄνθρωπος διαστρέφει τήν ἐπιθυμία καί ἐπιθυμεῖ τήν ἀνθρώπινη δόξα, ἡ ὁποία δέν μένει, εἶναι κάτι οὐσιαστικά ἀνυπόστατο. Γιατί οἱ ἄνθρωποι θά σοῦ ποῦνε τώρα μπράβο, θά σοῦ ποῦνε τί καλή, τί καλός πού εἶσαι, καί τή στιγμή πού θά φύγεις, θά σέ κουτσομπολέψουν μέ τόν διπλανό τους καί θά ποῦνε τά ἀντίθετα! Εἶναι κάτι δηλαδή τελείως μάταιο αὐτή. Γι’ αὐτό τό λέμε ματαιοδοξία, ἡ μάταιη δόξα τοῦ κόσμου.
Ἤ ἄλλος ἔχει ἄς τό ποῦμε τήν ἐπιθυμία τῶν ἡδονῶν. Εἶναι μιά ἐπιθυμία κι αὐτή. Θά πεῖς, ὁ Θεός μᾶς τήν ἔχει βάλει. Ναί, ἀλλά γιά νά ποθήσεις τήν ἡδονή πού εἶναι ὁ Θεός. Ἡ ὑπέρτατη ἡδονή εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Θεός, ἡ πνευματική ἡδονή. Καί ὁ ἄνθρωπος διαστρέφει καί αὐτή τήν ἐπιθυμία καί τήν κατευθύνει στό νά ἐπιθυμήσει τά πράγματα αὐτοῦ τοῦ κόσμου. Ἀντί νά κινηθεῖ δηλαδή κατακόρυφα, νά ἐπιθυμήσει τά οὐράνια, κινεῖται ὁριζόντια καί ἐπιθυμεῖ τά γήινα πράγματα, τά ὑλικά, τά χαμηλά. Καί ἐνῶ εἶναι ἀετός, πού μπορεῖ νά πετάει, εἶναι σάν τίς ὄρνιθες πού μένουνε στό χῶμα.
Ἀλλά τά πάθη αὐτά, νά ξέρετε, ὅτι συνδέονται καί ὑποκινοῦνται ἀπό τούς δαίμονες. Καί μάλιστα ὑπάρχουνε δαίμονες εἰδικοί θά λέγαμε γιά κάθε πάθος. Ὑπάρχουνε οἱ δαίμονες τῆς πορνείας, τῆς καταλαλιᾶς, τῆς κατάκρισης, τῆς ὑπερηφανείας, τῆς φιλαρχίας.. Τό δαιμόνιο τῆς φιλαρχίας ἤ ἀρχικό δαιμόνιο εἶναι φοβερό δαιμόνιο, πού βάζει στόν ἄνθρωπο τήν ἐπιθυμία νά ἄρχει, νά εἶναι ἀρχηγός.
Λοιπόν, ὑπάρχουν πολλῶν εἰδῶν δαιμόνια; Ὑπάρχουνε πολλῶν εἰδῶν. Καί κάθε πάθος, κάθε κακή ἕξη, ὅπως ἀναλύσαμε προηγουμένως, ἔχει καί τόν δικό του δαίμονα. Αὐτό δέν σημαίνει ὅτι οἱ δαίμονες ἔχουν κυριέψει τόν ἄνθρωπο, εἶναι δαιμονισμένος ὁ ἄνθρωπος πού ἔχει τά πάθη, ἀλλά εἶναι ὑπό μία δαιμονική ἐνέργεια, δαιμονική ἐπήρεια. Κάθε φορά πού ὑποκύπτει στό πάθος, εἶναι ἐνεργούμενος ἀπό κάποιο δαιμόνιο (ἐκείνη τήν στιγμή, ὄχι ὅτι εἶναι συνεχῶς). Ὁ δαιμονισμένος μέ τήν κυριολεκτική ἔννοια εἶναι κάτι ἄλλο. Ὁ δαίμονας μένει μέσα του μόνιμα καί τόν δουλώνει τελείως καί τόν κάνει -ὅταν εἶναι σέ μία κατάσταση ἔτσι πλήρους δαιμονοκαταληψίας- νά κάνει πράγματα πού δέν θέλει νά κάνει. Δέν ξέρω, ἄν ἔχετε δεῖ δαιμονισμένο, πῶς εἶναι.. Δηλαδή ἔχει χάσει τόν ἔλεγχο τοῦ ἑαυτοῦ του καί δέν ξέρει τί κάνει, γιατί ἐνεργεῖται ἀπό τόν δαίμονα.