Ἀνδρέα
Θεοδώρου
Ἦχος
δ΄
Ὁ
Εἱρμός
«Ἀνοίξω
τὸ στόμα μου καὶ πληρωθήσεται πνεύματος
καὶ λόγον ἐρεύξομαι,
τῇ βασιλίδι Μητρί·
καὶ ὀφθήσομαι,
φαιδρῶς πανηγυρίζων
καὶ ᾄσω γηθόμενος ταύτης τὰ θαύματα».
Θ’
ἀνοίξω τὸ στόμα μου καὶ θὰ γεμίσει
ἀπὸ Πνεῦμα ἅγιο καὶ θ’ ἀπευθύνω λόγο
πρὸς τή βασίλισσα Μητέρα τοῦ Θεοῦ·
καὶ θὰ μὲ δοῦν νά
πανηγυρίζω μὲ φαιδρότητα,
ψάλλοντας μὲ
εὐφρόσυνη χαρὰ τὰ θαυμαστὰ μεγαλεῖα
της.
*
Ὁ
προφορικὸς λόγος εἶναι ἡ ἐξωτερίκευση
τοῦ μυστικοῦ ἐνδιάθετου λόγου.
Ἐκφράζεται μὲ τὰ ὄργανα ὁμιλίας·
εἶναι λόγος στοματικός. Καὶ οἱ δύο
λόγοι -ἐνδιάθετος καὶ προφορικὸς-
εἶναι ἐκδηλώματα τῆς πνευματικῆς
ὑποστάσεως τοῦ ἀνθρώπου, τῆς εἰκόνας
τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία ἔχει τὴν ἱκανότητα
νά διαλέγεται ἐσωτερικὰ μὲ τὸν ἑαυτὸ
της καὶ τὸν Θεὸ καὶ νά ἐπικοινωνεῖ
ἐξωτερικὰ μὲ τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους.
Τὰ ὑπόλοιπα ζῶα δέν ἔχουν λόγους.
Ἔχουν μοναχὰ ἔνστικτα, φυσικὲς κινήσεις
καὶ ὁρμές.
Οἱ
λόγοι πού βγαίνουν ἀπὸ τὸ στόμα τοῦ
ἀνθρώπου ἐξωτερικεύουν τὸ ἐσωτερικὸ
περιεχόμενο τῆς καρδιᾶς του. Ἡ ποιότητα
τοὺς ἐκφράζει τὴν ποιότητα τοῦ
ἐσωτερικοῦ ἤθους τῆς ψυχῆς. Ἔτσι ἀπὸ
μία ἀγαθὴ καρδία θὰ προέλθουν λόγοι
καλοί καὶ ἀγαθοί, λόγοι ἤπιοι καὶ
εἰρηνικοί, καθαροὶ καὶ ἅγιοι· ἐνῶ
ἀπὸ μία πονηρὴ καὶ σαλεμένη καρδία
θὰ προέλθουν λόγοι ἀγριεμένοι καὶ
σκληροί, βρωμεροὶ καὶ ἀναίσχυντοι.
Ἀπὸ τὴν εὐλογημένη ἀπὸ τὸν Θεὸ ψυχὴ
θ’ ἀκουστοῦν λόγια οἰκοδομῆς,
παρακλήσεως καὶ ἀγάπης, λόγια σεμνὰ
καὶ εὔφημα. Ὅσα ἁγνὰ καὶ προσφιλῆ,
«εἰ τὶς ἀρετὴ
καὶ εἰ τὶς ἔπαινος»·
ἐνῶ ἀπὸ μία ψυχὴ κυριαρχημένη ἀπὸ
τὰ πνεύματα τῆς ἀκαθαρσίας, ποὺ ζεῖ
μακριὰ ἀπὸ τὸν Θεό, θ’ ἀκουστοῦν
κατάρες καὶ βλαστήμιες, λόγια ὑβριστικὰ
καὶ συκοφαντικά, λόγια δόλια, πικρὰ
καὶ μοχθηρά, ποὺ τόσα κακὰ συσσωρεύουν
στήν κοινωνικὴ συμβιώση τῶν ἀνθρώπων.