*Στὴν πόλη τῆς Βηρυτοῦ ζοῦσε κάποτε ἕνας Χριστιανὸς σ᾿ ἔνα σπίτι τὸ ὁποῖο νοίκιαζε...*_
Ὅταν ἔφυγε ἀπ᾿ αὐτὸ τὸ σπίτι ὁριστικά, ξέχασε ἐκεῖ μία εἰκόνα τοῦ Σωτῆρος.
Ὕστερα μετακόμισε στὸ ἴδιο σπίτι ἕνας Ἑβραῖος.
Στὴ Βηρυτὸ ὑπῆρχαν πολλοὶ Ἐβραίοι ποὺ ἔτρεφαν ἰδιαίτερα πικρὰ αἰσθήματα γιὰ τὴ Χριστιανικὴ Πίστη..
Ἔτσι, λοιπόν, ὄταν βρέθηκε ἡ εἰκόνα στὸ σπίτι, οἱ Ἑβραίοι τὴ μετέφεραν ἐκεῖ ὄπου συνάζονταν καὶ ἄρχισαν νὰ τὴ χλευάζουν ὅπως καὶ οἱ πρόγονοί τους εἶχαν ἄλλοτε χλευάσει τὸν ἴδιο τὸν ζωντανὸ Σωτῆρα..
Ἐπίσης ἔκαναν στὴν εἰκόνα ὅ,τι καὶ οἱ πρόγονοί τους εἶχαν κάνει στὸν Σωτῆρα: τρύπησαν τὰ χέρια καὶ τὰ πόδια μὲ καρφιά, ἄλειψαν μὲ ξίδι τὰ χείλη τῆς εἰκόνας· μυκτήρισαν μὲ κάθε δυνατὸ τρόπο τὴν εἰκόνα τοῦ Σωτῆρα..
Τέλος, _*κάποιος ἀπ᾿ αὐτοὺς πῆρε μία λόγχη καὶ κτύπησε τὴν ἁγία εἰκόνα κάτω ἀπ᾿ τὸ πλευρό.. Τότε – ὦ τοῦ θαύματος !*_











