Γράφει ὁ Πρωτοπρεσβύτερος Θεόδωρος Ζήσης,
Ὁμότιμος Καθηγητὴς Θεολογικῆς Σχολῆς Α.Π.Θ.
1. Προσβάλλονται ὁ Ἀπόστολος Παῦλος καὶ οἱ δύο πολιοῦχοι, Ἄγιος Δημήτριος καὶ Ἅγιος Γρηγόριος Παλαμᾶς
Εἶναι ἀνάστατοι καὶ καταπικραμένοι οἱ εὐσεβεῖς κάτοικοι τῆς Θεσσαλονίκης μὲ ὅσα βλάσφημα θὰ συμβοῦν ἐπὶ ἐννέα ὁλόκληρες ἡμέρες (21-29 Ἰουνίου) στὴν Ὀρθόδοξη βυζαντινὴ συμβασιλεύουσα, τὴν ἐκκλησία τῆς ὁποίας ἵδρυσε ὁ οὐρανοβάμων Ἀπόστολος Παῦλος, καὶ τὴν ἐμεγάλυναν οἱ δύο πολιοῦχοι της, ὁ μεγαλομάρτυς Ἅγιος Δημήτριος ὁ Μυροβλύτης καὶ ὁ μεγάλος μύστης τῆς Θεολογίας καὶ τῆς παρθενικῆς ζωῆς καὶ καθαρότητος ὑμνητής, ὁ μητροπολίτης Θεσσαλονίκης, Ἅγιος Γρηγόριος Παλαμᾶς, ὁ μεγαλύτερος θεολόγος τῆς δεύτερης μετὰ Χριστὸν χιλιετίας. Πολλοὶ διερωτῶνται ἂν θὰ ἐξακολουθήσουν νὰ προστατεύουν καὶ νὰ ἁγιάζουν τὴν Θεσσαλονίκη, ἡ ὁποία θὰ μεταβληθεῖ ἐπὶ ἕνα δεκαήμερο σὲ Σόδομα καὶ Γόμορρα, μὲ τὴν παρουσία...χιλιάδων ξένων Σοδομιτῶν καὶ πολλῶν ἐντοπίων, ποὺ θὰ παρελάσουν καυχώμενοι δημόσια γιὰ τὸ παρὰ φύσιν κορυφαῖο καὶ φρικτὸ ἁμάρτημα τῆς ὁμοφυλοφιλίας. Οὐσιαστικὰ συγκεντρώνονται στὴν Θεσσαλονίκη γιὰ νὰ κραυγάσουν α) πρὸς τὸν Θεό, ὑπερήφανα καὶ βλάσφημα, πὼς δὲν τηροῦν τὶς ἐντολές του οὔτε φοβοῦνται τὶς ἀπειλές του β) πρὸς τὸν Ἀπόστολο Παῦλο ὅτι σχίζουν καὶ ἀκυρώνουν ὅσα γράφει στὸ πρῶτο κεφάλαιο τῆς Πρὸς Ρωμαίους Ἐπιστολῆς γιὰ τὸ ἄτιμο καὶ ἀκάθαρτο αὐτὸ πάθος καὶ γ) πρὸς τοὺς δύο πολιούχους ὅτι τοὺς καταργοῦν ἀπὸ τὴν πολιουχία, ἀναλαμβάνουν τώρα αὐτοὶ ὡς προστάτες καὶ εὐεργέτες τῆς πόλεως, γιατὶ θὰ τὴν βοηθήσουν νὰ ἀναπτυχθεῖ οἰκονομικὰ καὶ τουριστικά. Γι᾽ αὐτὸ καὶ τοὺς ἀποδέχονται καὶ τοὺς ἀγκαλιάζουν πολιτικοὶ καὶ πνευματικοὶ ἡγέτες τῆς πόλης, συνεργαζόμενοι καὶ μὲ τοὺς ἐκκλησιαστικούς.
Πῶς νὰ μὴ διερωτῶνται καὶ πῶς νὰ μὴν ἀνησυχοῦν οἱ εὐσεβεῖς Χριστιανοί, ὅταν ὁ ἴδιος ὁ Θεός, ὅπως μᾶς διηγεῖται τὸ βιβλίο τῆς Γένεσης, δὲν πίστευε ὅτι στὰ Σόδομα καὶ στὰ Γόμορρα τόλμησαν οἱ Σοδομίτες νὰ ἀμφισβητήσουν τὴ σοφή Του δημιουργία σὲ ἄνδρα καὶ γυναίκα, σέ «ἄρσεν καὶ θῆλυ», ποὺ ἐξασφαλίζει μὲ τὴν σαρκική τους ἕνωση, τὴν εἰρήνη καὶ τὴν ἑνότητα, ἀλλὰ καὶ τὴν συνέχεια τῆς ἀνθρώπινης ὕπαρξης μὲ τὴν παιδοποιΐα; Ἔφθανε μέχρι τὸν οὐρανό, ὡς κραυγή, ἡ βρωμερὴ καὶ μεγάλη δυσωδία τοῦ Σοδομισμοῦ, γι᾽ αὐτὸ καὶ ἀποφάσισε νὰ ἐπέμβει ὁ ἴδιος: «Κραυγὴ Σοδόμων καὶ Γομόρρας πεπλήθυνται πρός με, καὶ αἱ ἁμαρτίαι αὐτῶν μεγάλαι σφόδρα. Καταβὰς οὖν ὄψομαι, εἰ κατὰ τὴν κραυγὴν αὐτῶν τὴν ἐρχομένην πρός με συντελοῦνται, εἰ δὲ μὴ ἵνα γνῶ»[1]. Καὶ ὅταν τοὺς δύο ἀπεσταλμένους ἀγγέλους Του, ὑπὸ ἀνθρώπινη μορφή, ἀπαιτοῦσαν οἱ Σοδομίτες ἀπό τόν Λώτ πού τούς φιλοξενοῦσε νά τούς δώσει γιὰ νὰ ἀσελγήσουν ἐπ᾽ αὐτῶν[2], τότε, γιὰ νὰ παραλείψουμε τὰ λοιπὰ τῆς ἱστορίας, ὁ φιλάνθρωπος Θεός, ὁ Θεὸς τῆς ἀγάπης πρὸς ὅλους, πρὸς τοὺς πολλούς, γιὰ νὰ μὴ διαδοθεῖ ἡ ἀντίθετη πρὸς τὴν δημιουργία, πρὸς τὴν ἀνθρώπινη ὀντολογία, ἡ καταστροφικὴ αὐτὴ ἁμαρτία, ὡς αἰώνιο παράδειγμα ἀποφυγῆς τῆς παράνομης καὶ παρὰ φύσιν μίξης προσώπων τοῦ ἰδίου φύλου, κατέστρεψε μὲ φωτιὰ καὶ θειάφι, ὡς βροχὴ ἀπὸ τὸν οὐρανό, τὰ Σόδομα καὶ τὰ Γόμορρα, ὅλα τὰ περίχωρα, τοὺς κατοίκους, τὰ φυτὰ καὶ τὰ ζῶα: «Καὶ Κύριος ἔβρεξεν ἐπὶ Σόδομα καὶ Γόμορρα θεῖον, καὶ πῦρ παρὰ Κυρίου ἐξ οὐρανοῦ καὶ κατέστρεψε τὰς πόλεις ταύτας καὶ πᾶσαν τὴν περίχωρον καὶ πάντας τοὺς κατοικοῦντας ἐν ταῖς πόλεσι καὶ τὰ ἀνατέλλοντα ἐκ τῆς γῆς»[3].