
Βίος Ὁσίου Ἰωαννικίου τοῦ Μεγάλου
ΠΗΓΗ:ΕΔΩ
῾Ο ὅσιος πατὴρ ἡμῶν ᾽Ιωαννίκιος γεννήθηκε στὰ 754 (ἢ 762) στὴν κώμη τῶν Μαρυκάτων, βόρεια τῆς λίμνης ᾽Απολλωνιάδας, τῆς Βιθυνίας. Οἱ γονεῖς του ἦταν ἀγρότες καὶ ἀπὸ ἑπτὰ ἐτῶν τοῦ ἀνέθεσαν νὰ φυλάει χοίρους. Εὐσεβὴς ἐκ φύσεως, ὁ ᾽Ιωαννίκιος, εἶχε ἐντούτοις παρασυρθεῖ μὲ τοὺς γονεῖς του νὰ προσχωρήσει στὴν αἵρεση τῶν εἰκονομάχων. Σὲ ἡλικία δεκαεννέα ἐτῶν κατατάχθηκε στὴν αὐτοκρατορικὴ φρουρά. ῎Εχοντας ρωμαλέα κράση καὶ θαρραλέο χαρακτήρα, δοξάσθηκε στὶς μάχες μὲ πολλὰ κατορθώματα. Μετὰ ἀπὸ δεκαεπτὰ χρόνια θητείας, ἐπιστρέφοντας ἀπὸ μιὰ νικηφόρα ἐκστρατεία, πέρασε κοντὰ ἀπὸ τὸ περιώνυμο μοναστικὸ κέντρο τοῦ ὄρους ᾽Ολύμπου τῆς Βιθυνίας καὶ συνάντησε ἕνα γέροντα ἀσκητὴ ὁ ὁποῖος τοῦ κατέδειξε τὴν πλάνη του σχετικὰ μὲ τὶς ἱερὲς εἰκόνες. ῾Ο νέος ἁνδρας μετανόησε ἀμέσως, προσκύνησε τὴν εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ καὶ ἑλαβε τὴν ἀπόφαση νὰ ἀκολουθήσει τὴν ὁδὸ τῆς ἀσκήσεως καὶ τῆς μετανοίας.
Στὰ 795, οἱ Βούλγαροι εἰδωλολάτρες εἰσέβαλαν στὴ Θράκη. ῾Ο αὐτοκράτορας Κωνσταντίνος ΣΤ’ συγκέντρωσε ισχυρὸ στρατὸ γιὰ νὰ τοὺς ἀπωθήσει, ἀλλὰ ὑπέστη οἰκτρὴ ἥττα στὸ φρούριο τῶν Μαρκελλῶν. ῾Ο ᾽Ιωαννίκιος ἐπέδειξε ἀσυνήθιστο ἡρωισμὸ τότε. ῎Εσωσε τὴ ζωὴ τοῦ αὐτοκράτορα καὶ σκότωσε σὲ μονομαχία ἕνα βάρβαρο, καθιστώντας ἔτσι δυνατὴ τὴν ὀπισθοχώρηση τοῦ βυζαντινοῦ στρατοῦ. ῾Ο αὐτοκράτορας, σὲ ἔνδειξη εὐγνωμοσύνης, θέλησε νὰ τὸν ἐντάξει στὴν προσωπική του ὑπηρεσία. Τὸ θέαμα ὄμως τῶν σφαγῶν καὶ τῶν φρικαλεοτήτων τοῦ πολέμου ἔκαμαν τὸν ᾽Ιωαννίκιο νὰ καταλάβει τὴ ματαιότητα τοῦ βίου τούτου. Ζήτησε ἀπὸ τὸν αὐτοκράτορα ὡς μόνη χάρη νὰ τοῦ δώσει τὴν ἄδεια νὰ ἀποστρατευθεῖ μετὰ ἀπὸ εἰκοσι τέσσερα χρόνια ἀφοσιωμένης ὑπηρεσίας, γιὰ νὰ διεξαγάγει ἐφεξῆς τὸν ἀόρατο πόλεμο στὶς τάξεις τῆς ἰσάγγελης στρατιᾶς.
Μετέβη πρῶτα στὴ Μονὴ τῶν Αὐγάρων (ἢ ᾽Αγαύρων) κοντὰ στὴν Προύσα. ῾Ο ἠγούμενος ὅμως Γρηγόριος, βλέποντας τὴν ἀμάθειά του, τοῦ συνέστησε νὰ πάει πρῶτα νὰ προπαιδευθεῖ στὰ ἐκκλησιαστικὰ γράμματα καὶ νὰ λάβει τὶς βασικὲς ἀρχὲς τῆς ἀσκήσεως στοὺς κοαπους ἑνὸς κοινοβίου, πρὶν ἔλθει νὰ ζήσει ἀνάμεσα σὲ ἐμπειρότερους μοναχούς. Μετὰ ἀπὸ σύντομη παραμονὴ στὴ Μονὴ Τελάου κοντὰ στὴν ᾽Ατρώα, ἔγινε δεκτὸς στὴ Μονὴ ᾽Αντιδίου ποὺ βρισκόταν σὲ πιὸ ἀπομονωμένη τοποθεσία, ὅπου γιὰ δύο χρόνια ἀποδείχθηκε ὑπόδειγμα γιὰ ὅλους τοὺς ἄλλους μοναχοὺς στὸν ἀγώνα κατὰ τῆς φιλαυτίας, τῆς φιληδονίας καὶ κάθε εἴδους πειρασμοῦ. Καθὼς ἦταν ἐντελῶς ἀπαίδευτος, ἔλαβε τὶς στοιχειώδεις γνώσεις στὰ ἐκκλησιαστικὰ γράμματα καὶ ἔμαθε ἀπὸ στήθους τριάντα ψαλμούς. Διψώντας ὅμως γιὰ μιὰ πιὸ ἀπομονωμένη ζωή, ὁ ᾽Ιωαννίκιος ζήτησε νὰ ἀποσυρθεῖ, μόνος τῷ Θεῷ μόνῳ, στὸ ὄρος Κόρακος Κεφαλὴ ποὺ δέσποζε πάνω ἀπὸ τὴ Μονὴ ᾽Αντιδίου.


