«Στὴν ἀρχὴ τῆς ὑπακοῆς μου (σ.ἡμ. ὅταν ἦταν Δόκιμος), ὡς προσφοράρης, μᾶς διηγεῖτο, ἔτυχε ν᾿ ἀκούσω ἄθελα αἰσχρὲς συζητήσεις ἀπὸ κάποια παρέα παιδιῶν.
῞Οταν λοιπὸν ἀργὰ τὸ ἀπόγευμα ἔπεσα νὰ ξεκουρασθῶ, ἦρθαν στὴν μνήμη μου ὅσα ἄκουσα.᾿Επειδὴ ἤμουν ἀκόμη ἄπειρος στὴν πνευματικὴ ζωή, δὲν ἀπεμάκρυνα ἀμέσως αὐτὲς τὶς σκέψεις.
᾿Ενῶ τὶς συλλογιζόμουν, ἀποροῦσα πῶς συμβαίνει οἱ ἄνθρωποι ν᾿ ἁμαρτάνουν καὶ ποιὰ εὐχαρίστησι νιώθουν στὶς σαρκικὲς ἁμαρτίες.
Τέτοιοι λογισμοί, ὅλο καὶ περισσότερο μὲ ἀπασχολοῦσαν καὶ δὲν μποροῦσα μὲ κανένα τρόπο ν᾿ ἀπαλλαγῶ ἀπὸ τὴν κυριαρχία τους.
Ξαφνικὰ χτύπησαν τὴν πόρτα τοῦ κελλιοῦ μου καὶ μὲ φώναξαν στὴν ὑπακοή. Πῆγα χωρὶς ἀργοπορία καὶ ἄρχισα τὴν δουλειὰ πρόθυμα. Συγχρόνως προσευχόμουν.
Καὶ νά, οἱ λογισμοὶ ποὺ τόσο μὲ βασάνιζαν προηγουμένως, τώρα ἐξαφανίσθηκαν. Τοὺς ξέχασα ἐντελῶς. ᾿Εργάσθηκα ἀρκετὲς ὧρες μέχρι τὰ μεσάνυχτα. ῎Εκανα τὸν Κανόνα μου καὶ ἀποκοιμήθηκα.
Πρωὶ-πρωὶ μὲ φώναξαν νὰ πάω στὸν ῾Ηγούμενο. ᾿Εκεῖνος μὲ ὡδήγησε στὸ γραφεῖο του.


