† Πατρός Ἀντωνίου Ἀλεβιζόπουλου
Τὸ θέμα αὐτὸ εἶναι πολὺ βασικό, γιατί ὅλες οἱ προτεσταντικὲς αἱρέσεις ἀσκοῦν σφοδρότατη κριτικὴ ἐναντίον τῆς Ἐκκλησίας μας, ὑποστηρίζοντας πὼς ἐμεῖς λατρεύουμε τοὺς ἁγίους καὶ προσβλέπουμε σ' αὐτοὺς γιὰ σωτηρία, ὄχι στὸν Σωτῆρα Χριστό!
Εἶναι λοιπὸν πoιμαντικὴ ἀνάγκη νὰ ἐξηγήσουμε μὲ ποιὰ ἔννοια ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία τιμᾶ τοὺς ἁγίους καὶ ποὺ τελικὰ μεταβαίνει αὐτὴ ἡ τιμή. Νὰ τονίσουμε σὲ ποιὰ σχέση βρισκόμαστε ἐμεῖς μὲ τοὺς ἁγίους καὶ τί συνεπάγεται αὐτὴ ἡ σχέση. Πρέπει ἀκόμη νὰ ἀπαντήσουμε στὴν ἔνσταση τῶν προτεσταντῶν, ὅτι οἱ ἅγιοι δὲν εἶναι πανταχοῦ παρόντες καὶ συνεπῶς δὲν ἀκούουν τὶς προσευχές μας.
Νὰ ἑρμηνεύσουμε τὰ θαύματα ποὺ ἐπιτελοῦν οἱ ἅγιοι καὶ νὰ τὰ κατοχυρώσουμε ἁγιογραφικά, νὰ ἀναφερθοῦμε στὴν πρώτη Ἐκκλησία, γιὰ νὰ διαπιστώσουμε ἂν ὑπῆρχε σ' αὐτὴν ἡ τιμὴ τῶν ἁγίων καί, πρὸ παντός, νὰ καταστήσουμε φανερὴ τὴ διάκριση μεταξὺ τιμῆς καὶ λατρείας, λατρευτικῆς προσκύνησης καὶ προσκύνησης σὰν ἐκδήλωση τιμῆς καὶ ἀγάπης, ποὺ ἀποδίδεται ἀπὸ μέρους μας στοὺς ἁγίους.
Κατὰ τὴν πίστη τῆς Ἐκκλησίας μας οἱ ἅγιοι ἀντικατoπτρίζουν τὴ δόξα τοῦ Κυρίου (Β' Κόρ. γ' 18) καὶ ἀκτινοβολοῦν τὸ ἄκτιστο Φῶς τοῦ Θεοῦ (Ματθ. ε' 14. Ἰω. η' 12. Ἐφεσ. ε' 8. Κολ. α' 12. Ἀποκ. κβ' 5).
Ἡ δόξα τῶν ἁγίων καὶ τῶν ἀγγέλων δὲν εἶναι ἀνεξάρτητη ἀπὸ τὴ δόξα τοῦ Χριστοῦ, γιατί...
εἶναι μέλη τοῦ σώματος Αὐτοῦ (Ἐφεσ. α' 23. δ' 16. ε' 23. Κολ. α' 18.24). Ὀνομάζονται ἀγαπητοί τοῦ Θεοῦ (Β' Παραλ./Χρόν. κ' 7. Ἠσ. μα' 8), Φίλοι τοῦ Θεοῦ (Ψαλμ. ρλη' 17, κατὰ τοὺς Ο'. Ἰω. ιε' 14. Ἰακ. β' 23), ἀδελφοὶ τοῦ Χριστοῦ (Ματθ. ιβ' 50). Εἶναι ναὸς καὶ κατοικητήριο τοῦ Θεοῦ (Α' Κορ. γ' 16-17. στ' 19. Β' Κορ. στ' 16), τέκνα Θεοῦ (Ἰω. α' 12. Γαλ. γ' 26-27), κληρονόμοι καὶ συγκληρονόμοι τοῦ Χριστοῦ (Ρωμ. η' 17). Τὸ μνημόσυνο τῶν ἁγίων εἶναι αἰώνιο (Ψαλμ. ρια/ριβ' 1-9. Παροιμ. ι' 7. Ἑβρ. ια' 4-38).
Ὁ ἴδιος ὁ Θεός, μέσῳ τοῦ Ἁγίου Σώματος τοῦ Χριστοῦ, ἔρχεται σὲ προσωπικὴ κοινωνία μὲ τὸν ἄνθρωπο καὶ τοῦ μεταδίδει τὴν ἁγιότητα. Πρόκειται γιὰ τὴν ἁγιότητα τοῦ Σώματος τοῦ Χριστοῦ, ὄχι γιὰ τὴν ἁγιότητα τοῦ ἀνθρώπου, ἀνεξάρτητα ἀπὸ τὴν κοινωνία του μὲ τὸν Χριστὸ (Ἰω. ιδ' 23. Α' Κόρ. γ' 5-17. στ' 19. Β' Κορ. στ' 16. Ἐφεσ. β' 22). Ἔτσι ὁ Χριστὸς θριαμβεύει μέσῳ τῶν ἁγίων (Ἰω. κα' 19. Β' Κόρ. β' 14).
Στὴν Ἀποκάλυψη τοῦ Ἰωάννη, οἱ εἰκοσιτέσσερις πρεσβύτεροι, ποὺ ἐκπροσωποῦν τὴ θριαμβεύουσα Ἐκκλησία, ἔχουν «ἐπὶ τᾶς κεφαλὰς τῶν στεφάνους χρυσούς» (Ἀποκ. δ' 4).
Τό ἀναρίθμητο πλῆθος τῶν ἁγίων, ποὺ «ἔπλυναν τάς στολᾶς αὐτῶν καὶ ἐλεύκαναν αὐτάς ἐν τῷ αἵματι τοῦ ἀρνίου» (Ἀποκ. ζ' 14), εὑρίσκονται «ἐνώπιον τοῦ θρόνου καὶ ἐνώπιον τοῦ ἀρνίου» ὡς νικητὲς (Ἀποκ. ζ' 9-10), σ' αὐτοὺς δόθηκαν «θρόνοι», γιὰ νὰ βασιλεύσουν «ἐπὶ χίλια ἔτη», μέχρι τὴ δευτέρα παρουσία, ὁπότε τὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ, ἡ Ἐκκλησία, θὰ παραδοθεῖ ἀπὸ τὴν ἴδια τὴν κεφαλὴ Της στόν Τριαδικὸ Θεό, γιὰ νὰ εἶναι πλέον «ὁ Θεὸς τὰ πάvτα ἐν πάσιν» (Ἀποκ. κ' 4. Α' Κορ. ιε' 23-28)
Ὁ Χριστὸς εἶναι ὁ μόνος «Παράκλητος», ὁ μοναδικὸς «μεσίτης» καὶ «σωτῆρας» (Α' Ἰω. β' 1. Ἰω. ιδ' 6. 13-14. Α' Τίμ. β' 5. Πράξ. δ' 12), μόνο μὲ τὸ αἷμα τοῦ Χριστοῦ πραγματοποιεῖται ἡ συμφιλίωση (Α' Πέτρ. α' 18-19). ὁ «ἄλλος Παράκλητος», τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιο, μὲ τὰ ἅγια μυστήρια ἐνεργοποιεῖ πρὸς χάρη μας τὶς δωρεὲς τοῦ Χριστοῦ: μὲ τὸ βάπτισμα μᾶς ἐντάσσει στὸ Σῶμα τοῦ Χριστοῦ (Γὰλ γ' 27. Πρβλ. α' Κορ. Ιβ' 3), μὲ τὴ Θεία Κοινωνία μᾶς τρέφει μὲ τὸν «ἄρτο τῆς Ζωῆς» (Ἰω. στ' 48-53). Μὲ αὐτὴ τὴν ἀπόλυτη ἔννοια δὲν ὑπάρχει ἄλλος σωτῆρας, οὔτε δεύτερος μεσίτης.
Καὶ ὅμως στὴν ἁγία Γραφὴ γίνεται λόγος γιὰ μεσιτεία ἀνθρώπων καὶ ἀγγέλων, μέσῳ προσευχῆς καὶ παράκλησης (Γέν. ιη' 23-33. κ' 3-18. λβ' 9-14. Ἰὼβ μβ' 8-10. Παροιμ. ἰε' 8. Ζάχ. ἀ' 12-13. Ἱερεμ. ζ' 16). Ἄνθρωποι ὀνoμάζovται «πρεσβευτές» (Β' Κόρ. ε' 18-20. Ἐφεσ. στ' 20) καὶ «σωτῆρες», μὲ τὴν ἔννοια ὅμως πὼς ὁδηγοῦν στὸ μόνο Σωτῆρα, τὸν Χριστὸ (Α' Κόρ. θ' 22). Ὁ Θεὸς βεβαιώνει τὸν προφήτη πὼς ἂν βρεθεῖ ἀκόμη καὶ ἕνας ἅγιος ἄνθρωπος, γιὰ χάρη του θὰ σώσει ὁλόκληρη τὴν πόλη (Ἱερεμ. ε' 1. Ἰεζ. κβ' 30).
Ἀλλὰ μήπως ἡ «μεσιτεία» μὲ σχετικὴ ἔννοια ἀναφέρεται μόνο σὲ ζῶντες;