(Επιλογή και διασκευή ψυχωφελών κειμένων από το βιβλίο “ΑΜΑΡΤΩΛΩΝ ΣΩΤΗΡΙΑ” του μοναχού Αγαπίου Λάνδου του Κρητός)
Παρήγοροι λόγοι σ΄αὐτούς πού πενθοῦν γιά τό θάνατο ἀγαπημένων τους προσώπων
Όταν επιστρέφει κανείς από την ξενητιά στην πατρίδα του, είναι όλος ευφροσύνη και αγαλλίαση, επειδή έρχεται να δει τους συγγενείς και τους αγαπημένους του. Όταν βρίσκεται κανείς κλεισμένος σε σκοτεινή φυλακή και τον αφήσουν ελεύθερο, χοροπηδάει απ΄τη χαρά του, επειδή, από τον ζοφερό εκείνο τόπο της καταδίκης, βγήκε στο φως και βρήκε τη λευτεριά του. Και όταν ο ταλαιπωρημένος και θαλασσοπνιγμένος ναυτικός φτάνει στο λιμάνι, λυτρωμένος από τ΄άγρια κύματα και τους κινδύνους, νιώθει μεγάλη ανακούφιση, επειδή έφτασε στον προορισμό του και δεν φοβάται πια τίποτα.
Πικρή ξενητιά, σκοτεινή φυλακή και άγρια θάλασσα είναι τούτη η ζωή, αδελφέ. Όσο βρισκόμαστε πάνω στη γη, έχουμε θλίψεις και βάσανα και στενοχώριες.
Μόνο όταν, με του Θεού το θέλημα, πεθαίνουμε, τότε τελειώνει η ξενητιά και η εξορία μας, τότε βγαίνει από τη φυλακή του σώματος η αθάνατη ψυχή μας, τότε πηγαίνουμε στο ποθητό λιμάνι της αναπαύσεως, “ένθα ούκ έστι πόνος, ού λύπη, ού στεναγμός, αλλά ζωή ατελεύτητος”.
Όποιος, λοιπόν, πικραίνεται και λυπάται για τον βιολογικό θάνατο φίλου ή συγγενούς του, είναι ασύνετος. Όχι μόνο δεν πρέπει να λυπάται, αλλά και να χαίρεται, γιατί ο αγαπημένος του άφησε το χωμάτινο σώμα και αναχώρησε για τους ουρανούς, όπου θα ντυθεί ένα άλλο, αιώνιο και άφθαρτο. Αυτό ποθούσε ο απόστολος Παύλος, όταν έλεγε: “Ξέρουμε πώς, αν η επίγεια σκηνή πού κατοικούμε, δηλαδή το σώμα, διαλυθεί, έχουμε στους ουρανούς κατοικία αιώνια, οικοδομημένη από το Θεό κι όχι από ανθρώπινα χέρια. Γι΄αυτό τώρα στενάζουμε, περιμένοντας με λαχτάρα να ντυθούμε το ουράνιο σώμα μας” (Β΄Κορ. 5:1-2). Άλλτε πάλι διακήρυσσε ότι γι΄αυτόν “το να ζει” σήμαινε “ζωή με το Χριστό και το να πεθάνει ήταν κέρδος”, και ότι φλεγόταν από την επιθυμία “να φύγει απ΄αυτόν τον κόσμο και να είναι μαζί με το Χριστό” (Φιλιπ. 1:21, 23).