Κατά την ορθόδοξη πίστη μας η Λατρεία δεν είναι κάποιος τομέας της ζωής του πιστού, αλλ’ όλη η ζωή του, που προσφέρεται εις τον Θεό, για να ενωθεί με την δική του ζωή και να αποκατασταθεί η Θεοκοινωνία εκείνη που υπήρχε στον Παράδεισο προ της πτώσεως.
Η Λατρεία δεν περιορίζεται σε ορισμένους χρόνους προσευχής (Όρθρος, Εσπερινός κ.τ.λ.). Οι ιδιαίτεροι χρόνοι της προσευχής είναι η αφετηρία, από την οποία ξεκινά η ψυχή του ανθρώπου, για να μεταβάλει όλη τη ζωή σε Λατρεία και κοινωνία με τον Θεό.
Η Λατρεία δεν περιορίζεται σε λίγες ευχαριστήριες προσευχές που απευθύνει ο άνθρωπος στον Θεό για τις δωρεές του και σε ορισμένα αιτήματα για την σωτηρία του, την υγεία του, την ασφάλειά του, αλλά γίνεται μία συνεχής ψυχική διάθεση και κίνηση δοξολογίας και ευχαριστίας του Θεού για τα δώρα της αγάπης Του και κυρίως το δώρο του σαρκωθέντος Υιού Του και μία πλήρης εμπιστοσύνη και ανάθεση της ζωής του στον Πλάστη του.
Έτσι η Λατρεία είναι η κοινωνία αγάπης Θεού και ανθρώπου. Ο άνθρωπος αποδέχεται την φιλανθρωπία και το μέγα έλεος της Αγίας Τριάδος καιαντιπροσφέρει μία καρδιά που συνεχώς μετανοεί, ευχαριστεί, δοξολογεί, κλαίει από αγάπη για τον Κύριο, συνεχώς ζητεί νέους λόγους για να εκφράσει την αγάπη της και δεν αναπαύεται, παρά μόνον όταν απαλλαγή από κάθε τι που δεν είναι ο Θεός, για να δοθεί μόνον στον Θεό και τον Χριστό Του.
Μόνον στην «χώρα των ζώντων» (ο Χριστός του Καχριέ Τζαμί έχει ως γνωστόν αυτή την επιγραφή) ευρίσκει ανάπαυση η λατρεύουσα και πεπληρωμένη από τον θείο έρωτα καρδιά του Χριστιανού.
Έτσι ο καθολικώς και όχι μερικώς λατρεύων Χριστιανός επιτυγχάνει τονανθρώπινο προορισμό του, δηλ. την κοινωνία και ένωσή του με την Αγία Τριάδα, από την οποία χωρίσθηκε λόγω του προπατορικού αμαρτήματος. Εις την θεία Ευχαριστία η Λατρεία του Χριστιανού κορυφώνεται και τελειώνεται, διότι κατ’ εξοχήν στο Μυστήριο αυτό πραγματοποιείται η βαθύτερη και ουσιαστικότερη ένωση του ανθρώπου με την θεωμένη σάρκα του ενανθρωπήσαντος, σταυρωθέντος και αναστάντος Κυρίου και ο πιστός οικειώνεται την αιώνια ζωή του Θεού.
Κοινωνών ο πιστός το Σώμα και το Αίμα του Χριστού «εις άφεσιν αμαρτιών και εις ζωήν αιώνιον» αφθαρτίζεται, αθανατίζεται και σώζεται από την σπουδαιότερη συνέπεια του προπατορικού αμαρτήματος, τον θάνατο.
Στην Λατρεία της Εκκλησίας ο πιστός ομιλεί με τον Θεό, δοξολογεί τον Θεό, ευχαριστεί τον Θεό, αλλά μόνον στην θεία Ευχαριστία εναγκαλίζεται τον Χριστό, συνουσιούται με τον Χριστό, μείγνυται αμείκτως και ενώνεται ασυγχύτως με τον αγαπημένο Κύριο.
Είναι δυνατόν να υπάρξει κάτι επιθυμητότερο για τον πήλινο, θνητό και αμαρτωλό άνθρωπο; Υπάρχει μεγαλύτερη φανέρωση της αγάπης του Θεού από την σάρκωσή Του και την συνεχή προσφορά της θεωμένης και ένδοξου σαρκός Του, για να συμμετάσχουμε και εμείς στη δική Του θέωση και δόξα;