ΟΛΗ Η ΚΤΙΣΗ εἶναι ἕνα θαῦμα, τό θαῦμα τῆς θείας Πρόνοιας, πού φροντίζει καί συντηρεῖ τή δημιουργία Της. Ὁ ἄνθρωπος, ὡστόσο, πού εἶναι πλασμένος «κατ’ εἰκόνα Θεοῦ» (Γεν. 1:26) καί πού λίγο διαφέρει ἀπό τούς ἀγγέλους (βλ. Ψαλμ. 8:6), συνήθως δέν βλέπει αὐτό τό ὁλοφάνερο θαῦμα. Ἔχοντας ἐξορίσει ἀπό τήν καρδιά του τόν Πλάστη του καί Κύριο τοῦ σύμπαντος, περιορίζει τό νόημα καί τόν σκοπό τῆς ζωῆς του στήν ἐφήμερη γήινη ἐγκοσμιότητα. Ἔτσι, μέ χαμένη τήν ἐλπίδα πού συνδέει τόν πιστό ἄνθρωπο μέ τόν Θεό καί τήν αἰωνιότητα, κατατρώγεται ἀπό τό σαράκι τῆς ἐναγώνιας μέριμνας γιά τήν ἐξασφάλιση ἐπίγειας εὐμάρειας καί καταβάλλεται ἀπό τήν ἀλόγιστη θλίψη σέ κάθε συμφορά τοῦ βίου.
Ἀπ’ αὐτή τήν ἐναγώνια μέριμνα κι ἀπ’ αὐτή τήν ἀλόγιστη θλίψη σώζει τόν ἄνθρωπο ἡ χριστιανική ἐλπίδα, πού γεννιέται ἀπό τή ζωντανή πίστη στόν Θεό καί συντηρεῖται ἀπό τήν προσδοκία τῆς ἐκπληρώσεως τῶν ἐπαγγελιῶν Του. «Γι’ αὐτό ὑπομένουμε κόπους καί ὀνειδισμούς», ἐξηγεῖ ὁ ἀπόστολος Παῦλος, «ἐπειδή στηρίξαμε τήν ἐλπίδα μας στόν ἀληθινό Θεό, πού εἶναι σωτήρας ὅλων τῶν ἀνθρώπων καί ἰδιαίτερα τῶν πιστῶν» (Α΄ Τιμ. 4:10). Ἡ ἐλπίδα τοῦ πιστοῦ ἀπορρέει ἀπό τή βεβαιότητα τῆς παρουσίας τοῦ Κυρίου στήν καρδιά του καί στή ζωή του. Σ’ Ἐκεῖνον ἐμπιστεύεται τό παρόν καί τό μέλλον του, τό ἐπίγειο καί τό ἐπουράνιο, γνωρίζοντας ὅτι «ὁ Θεός κάνει τά πάντα νά συντελοῦν στό καλό του» (Ρωμ. 8:28).
Ἡ χριστιανική ἐλπίδα εἶναι ἄγκυρα στίς τρικυμίες τοῦ βίου, ἀντίδοτο στό ἄγχος, βάλσαμο στόν πόνο, παρηγοριά στόν θάνατο· εἶναι, λέει ὁ ἱερός Χρυσόστομος, κάστρο ἄπαρτο, τεῖχος ἀκαταμάχητο, συμμαχία ἀνίκητη, λιμάνι γαλήνιο, πύργος ἀπόρθητος, ὅπλο ἀήττητο, δύναμη ἀκατάβλητη. Αὐτή φέρνει μπροστά μας τή μακάρια ἀλήθεια τοῦ δρόμου τῆς σωτηρίας, πού ἀρχίζει ἀπό τή γῆ καί καταλήγει στούς «καινούργιους οὐρανούς» (Β΄ Πέτρ. 3:13).
Ὁ ἅγιος Τύχων ὁ Θαυματουργός (1724-1783), ἀρχιεπίσκοπος Βορονέζ καί Ζαντόνσκ, ὁ ὁποῖος γιά τά σοφά συγγράμματά του καί τήν ἔνδοξη ρητορεία του ἀποκλήθηκε “Χρυσόστομος τῆς Ρωσικῆς Ἐκκλησίας”, μᾶς παρουσιάζει στίς ἑπόμενες σελίδες τήν ἀληθινή ἐλπίδα, τήν ἐλπίδα πού στηρίζεται στόν Θεό, ἀντιπαραθέτοντάς την στήν ψεύτικη, τήν ἐλπίδα πού στηρίζεται στούς ἀνθρώπους καί στά ἐπίγεια πράγματα. Μᾶς διδάσκει πῶς θά ἐνισχύσουμε τήν ἐλπίδα μας στόν Κύριο καί μᾶς πληροφορεῖ ποιές εἶναι οἱ συνέπειες τῆς ἐλλείψεώς της καί ποιές οἱ προϋποθέσεις τῆς καρποφορίας της. Πιστεύουμε ὅτι τό μικρό ἀλλά περιεκτικό αὐτό κείμενο θά βοηθήσει τούς καλοπροαίρετους ἀναγνῶστες νά μείνουν «ἀκλόνητοι καί ἀμετακίνητοι ἀπό τήν ἐλπίδα τοῦ Εὐαγγελίου» (Κολ. 1:23).
ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΠΑΡΑΚΛΗΤΟΥ
Η ελπίδα στον Θεό
Ο ΠΡΟΦΗΤΗΣ Ἱερεμίας λέει: «Καταραμένος ὁ ἄνθρωπος πού σέ ἄνθρωπο ἐλπίζει, πού στηρίζει τήν ἀδυναμία του σ’ αὐτόν καί πού ἡ καρδιά του ἔχει ἀπομακρυνθεῖ ἀπό τόν Κύριο. Θά εἶναι σάν τόν ἄγριο θάμνο στήν ἔρημο. Ποτέ του δέν θά δεῖ καλό. Θά μένει ἐκεῖ, σέ τόπο ἄγονο καί ἔρημο, σέ περιοχή ἁλμυρή καί ἀκατοίκητη. Εὐλογημένος, ἀπεναντίας, ὁ ἄνθρωπος πού ἐμπιστεύεται τόν Κύριο καί ἐλπίζει σ’ Αὐτόν. Θά εἶναι σάν τό δένδρο τό φυτεμένο κοντά στά νερά, πού ἁπλώνει τίς ρίζες του στό ὑγρό ἔδαφος καί δέν ἀνησυχεῖ, ὅταν ἔρχεται ὁ καύσωνας. Πυκνά θά εἶναι τά κλαδιά του. Δέν θά φοβηθεῖ τόν καιρό τῆς ξηρασίας καί δέν θά πάψει νά δίνει καρπούς» (Ἱερ. 17:5-8).