Μακάριος ο Αλεξανδρεύς,
ο και «Πολιτικός» επονομαζόμενος
Συνονόματος και σύγχρονος του ιδρυτή της Σκήτης, ο όσιος Μακάριος ήταν έμπορος ξηρών καρπών και γλυκισμάτων στην Αλεξάνδρεια, προτού αποσυρθεί, σε ηλικία σαράντα ετών, στην έρημο των Κελίων, η οποία βρισκόταν μεταξύ Νιτρίας και Σκήτης. Υπήρξε κι αυτός μαθητής του οσίου Αντωνίου του Μεγάλου, ο οποίος ευλογώντας τον, του είπε: «Ιδού, έχει αναπαυθεί το Πνεύμα το Άγιο σ’ εσένα, γι’ αυτό και μέλλει να γίνεις κληρονόμος των αρετών μου!». Είχε διάφορα κελιά: ένα στη Σκήτη, ένα στη Λίβα, ένα στα Κελία κι ένα άλλο στο όρος της Νιτρίας. Δύο από αυτά ήσαν χωρίς παράθυρα κι εκεί μέσα έμενε όλη τη Μεγάλη Τεσσαρακοστή. Ένα άλλο κελί του ήταν τόσο στενό που ούτε να ξαπλώσει μπορούσε· και σε ένα άλλο, πιο ευρύχωρο, δεχόταν τους πολλούς επισκέπτες του.
Η άκρα εγκράτειά του και η μεγάλη του υπομονή στους πειρασμούς έλκυσαν προς αυτόν τη Χάρη του Αγίου Πνεύματος και τον κατέστησαν άξιο να εκλεγεί από τους αδελφούς της Σκήτης για να γίνει πρεσβύτερος και προϊστάμενός τους (αρχιμανδρίτης). Αγαπούσε τόσο την αρετή, ώστε μόλις άκουγε να μιλούν για τον ασκητικό άθλο κάποιου ερημίτη, έσπευδε πάραυτα να κατορθώσει και να τον φέρει στην τελείωσή του. Άκουσε να λένε ότι οι μοναχοί του αγίου Παχωμίου [15 Μαΐου] δεν τρώνε τίποτε ψημένο στη φωτιά ολόκληρη τη Μεγάλη Τεσσαρακοστή και επί επτά έτη δεν έφαγε μαγειρεμένο φαγητό παρά μόνον όσπρια βρασμένα και ωμά λαχανικά. Έβαζε το ψωμί του σ’ ένα πήλινο δοχείο με στενό άνοιγμα και επί τρία χρόνια δεν έτρωγε παρά μονάχα απ’ αυτό που έπιανε το χέρι του. Πεπεισμένος ότι πρέπει να νικήσει την τυραννία του ύπνου, έμεινε στο ύπαιθρο όρθιος είκοσι ημερονύκτια, να καίγεται τη μέρα από τη ζέστη και να τρέμει από το κρύο τη νύχτα. Μια άλλη φορά, σκότωσε με το χέρι του ένα κουνούπι που τον τσίμπησε. Συνειδητοποιώντας ότι θανάτωσε ένα πλάσμα του Θεού, καταδίκασε τον εαυτό του να μείνει γυμνός έξι μήνες σ’ έναν βαλτότοπο με θεόρατα κουνούπια και άλλα ζωύφια. Όταν γύρισε στο κελί του, ήταν τόσο παραμορφωμένος που τον αναγνώριζες μόνον από τη φωνή.





