17 Μαρτίου - Μνήμη του αγίου ΠΑΤΡΙΚΙΟΥ, επισκόπου και φωτιστού της Ιρλανδίας
Ο απόστολος αυτός της Άπω Δύσεως γεννήθηκε στην Βρετανία περί το 383, προερχόμενος από κελτική οικογένεια εκρωμαϊσμένη και χριστιανική από παλαιά. Ό πατέρας του, Καλπούρνιος, ήταν διάκονος και έφερε το αξίωμα του δεκουρίωνος (1). Διέθετε πλούσια έπαυλη και άφησε τον γιό του να περάσει τα πρώτα χρόνια της ζωής του επιπόλαια, χωρίς ιδιαίτερη φροντίδα για τα θεία. Όταν ο Πατρίκιος ήταν δεκαέξι ετών αιχμαλωτίστηκε μαζί με πολλούς άλλους κατοίκους της περιοχής από πειρατές και πουλήθηκε στην Ιρλανδία σε έναν γαιοκτήμονα, ο όποιος του ανέθεσε να φυλάει τα κοπάδια του στο βουνό. Ή τραχύτητα της εξορίας σ' εκείνον τον ξένο τόπο, ολότελα σχεδόν παραδομένο στην ειδωλολατρία, και η επαφή με την φύση, έστρεψαν την καρδιά του προς τον Θεό και άρχισε να ζει εν μετάνοια, περνώντας τις ημέρες του και το μεγαλύτερο μέρος της νύχτας με προσευχή, γονατιστός πάνω στο παγωμένο ή μουσκεμένο από τις βροχές έδαφος, χωρίς να νιώθει καμιά ενόχληση· τόσο ή ψυχή του είχε γεμίσει από την θεία παρηγοριά.
Ύστερα από έξι χρόνια αιχμαλωσίας πού είχε γίνει παράδεισος τρυφής, μια νύκτα άκουσε φωνή να του λέει: «Έπραξες καλά με την νηστεία και την προσευχή, ό Θεός άκουσε την προσευχή, σου, άντε τώρα να επιστρέψεις στην πατρίδα σου, το πλοίο σε περιμένει!» Με πλήρη εμπιστοσύνη, δραπέτευσε και περπατώντας πάνω από τριακόσια είκοσι χιλιόμετρα, έφθασε σ' ένα λιμάνι και ανέβηκε στο πλοίο κάποιων ειδωλολατρών εμπόρων. Μετά τρεις ημέρες αποβιβάστηκαν σε γη έρημη και άγνωστη (2) και ξεκίνησαν αναζήτηση τόπου διαμονής. Περιπλανιόνταν έτσι σχεδόν έναν μήνα και κινδυνεύοντας να πεθάνουν από πείνα ζήτησαν τελικά από τον Πατρίκιο να μεσολαβήσει στον Θεό του για να τους σώσει. Μόλις ο νεαρός χριστιανός σήκωσε τα χέρια του, ένα κοπάδι χοίρων παρουσιάστηκε και οι άντρες κατάφεραν να σκοτώσουν μερικούς για να χορτάσουν. Ύστερα από πολλές περιπέτειες ο Πατρίκιος έφθασε στην πατρίδα του, όπου και πάλι πιάστηκε από πειρατές άλλα απελευθερώθηκε σε δύο μήνες, σύμφωνα με πρόρρηση πού του είχε δοθεί.
Αφού επανήλθε στην πατρική οικία, του παρουσιάστηκε νέο όραμα: ένα ουράνιο πρόσωπο ονόματι Βικτώριος εμφανίσθηκε μπροστά του δείχνοντας του μια στοίβα, επιστολές. Ανοίγοντας την πρώτη διάβασε: «Φωνή της Ιρλανδίας! Άγιε νεανία, σε ικετεύουμε να έλθεις ξανά να περπατήσεις ανάμεσα μας». Κάι του φάνηκε σαν να άκουγε την φωνή των ανθρώπων πού έμεναν στο δάσος του Φόκλουτ, εκεί πού είχε περάσει τα χρόνια της αιχμαλωσίας του. Αισθανόμενος μέσα του την κλήση του Θεού, αποφάσισε να ετοιμαστεί για την διδασκαλία του Ευαγγελίου στους βάρβαρους, αφού προηγουμένως ολοκλήρωσε την εκκλησιαστική του κατάρτιση πού είχε παραμελήσει νεώτερος. Πήγε τότε στην Γαλατία και έγκαταβίωσε σε διάφορα μοναστικά κέντρα, προπαντός στο Λερίνο, και παρέμεινε πάνω από δεκαπέντε χρόνια στην Ωξέρ παρακολουθώντας την διδασκαλία του αγίου Γερμανού [31 Ίουλ.], ό όποιος τον χειροτόνησε διάκονο.