Ο Θεάνθρωπος Κύριος, ως Ζωοδότης, κατήλθε στον Άδη. Όμως, όπου εισέρχεται το φως, εκεί διαλύεται το σκοτάδι. Όπου εμφανίζεται η ζωή, εκεί καταργείται ο θάνατος. Αυτό συνέβη και στην περίπτωση της Αυτοζωής, της πηγής του Φωτός. «Ότε κατήλθες προς τον θάνατον, η ζωή η αθάνατος, τότε τον Άδην ενέκρωσας τη αστραπή της θεότητος… και τους τεθνεώτας ανέστησας…». «Νύν πάντα πεπλήρωται φωτός, ουρανός τε και γή και τα καταχθόνια…».
Η Ανάσταση του Χριστού δεν είναι σύμβολο, αλλά ιστορικό και αιώνιο γεγονός. Και το λέγω αυτό, γιατί μερικοί αρνούνται μια άλλη διάσταση ζωής και ισχυρίζονται ότι η όλη υπόθεση της νύχτας του Πάσχα είναι ένας εφήμερος συναισθηματισμός, τίποτε δε περισσότερο από μια ρομαντική συγκίνηση και χαρά.
Πρέπει, όμως, να γνωρίζουν αυτοί οι αντιρρησίες ότι πέρα από την ιστορική βεβαίωση της Αναστάσεως υπάρχει και η ρεαλιστική τοιαύτη. Ο Ορθόδοξος λαός, όταν προσεύχεται ή όταν συμμετέχει σε κάποιο εκκλησιαστικό-λατρευτικό γεγονός, δεν συμμετέχει με νοητικά ιδεολογήματα, αλλά με τις αισθήσεις του. Το κερί το αναμμένο, το σταυροκόπημα, το άρωμα του λιβανιού, οι χαρμόσυνες κωδωνοκρουσίες και το «Χριστός ανέστη» που ψάλλουν τα χείλη και η καρδιά αποδεικνύουν ότι η Ανάσταση του Χριστού είναι ένα πανηγύρι οντολογικής γιορτής που διαλαλεί μια μυστική βεβαιότητα για την Αυτοζωή που νικά τον θάνατο· «θανάτω θάνατον πατήσας». Μήπως γι᾽ αυτό δεν επιτρέπεται εφέτος η τοιούτου είδους βίωση του γεγονότος της Αναστάσεως;
Η ελπίδα της Αναστάσεως ανήκει σε όλους, αδιαφόρως του πνευματικού επιπέδου τους και είναι συνενωμένη με την φύση του Ελληνικού Έθνους μας. Αυτή την ελπίδα της νίκης κατά του θανάτου βιώνουν στον Όρθρο της Αναστάσεως άλλοι περισσότερο, άλλοι λιγότερο, πιστοί ή αδιάφοροι, άξιοι ή ανάξιοι, δίκαιοι ή άδικοι, τελώνες ή άγιοι· «ουκούν, εισέλθητε πάντες εις την χαράν του Κυρίου ημών» (Ιω. Χρυσ. Κατηχ. Πάσχα, PG 59, 722).