
Ο όσιος Ισίδωρος γεννήθηκε περί το 360. Ήταν γόνος ευγενούς και επιφανούς οικογενείας της Αλεξανδρείας η οποία είχε συγγενικούς δεσμούς με τον πατριάρχη Θεόφιλο και τον ανηψιό του Κύριλλο (9 Ιουν.). Έλαβε λαμπρή μόρφωση, τόσο θύραθεν όσο και θεολογική, στις σχολές του περιφανούς αυτού κέντρου της αρχαίας σοφίας, και με ζήλο αφοσιώθηκε στην διδασκαλία των προγενεστέρων Πατέρων της Εκκλησίας, ιδιαίτερα δε του αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου, του οποίου και θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους μαθητές. Δίδαξε κατ’ αρχήν, για κάποιο διάστημα, την ρητορική, ανατολικά του Δέλτα του Νείλου• όμως η αγάπη του για τον Θεό τον έκανε σύντομα να απαρνηθεί τα μάταια θέλγητρα του πρόσκαιρου αυτού βίου και ο Ισίδωρος αποσύρθηκε στην έρημο της Νιτρίας. Μετά ένα χρόνο ασκητικής βιοτής, η έγνοια του για την πνευματική οικοδομή της Εκκλησίας τον έπεισε να επιστρέψει στο Πηλούσιο (σημ. Πόρτ-Σάιντ στην Αίγυπτο), όπου χειροτονήθηκε πρεσβύτερος από τον επίσκοπο Αμμώνιο, ο οποίος του εμπιστεύθηκε καθήκοντα διδαχής πιστών και κατηχουμένων. Το ρητορικό του χάρισμα και η βαθειά γνώση της Αγίας Γραφής την οποία απέκτησε στην ησυχία, τον κατέστησαν περίφημο διδάσκαλο σε ολόκληρη την Αίγυπτο και πολλοί Εβραίοι και εθνικοί ακούγοντας το κήρυγμά του ασπάσθηκαν την πίστη του Χριστού. Το 413, όμως, κάποιος Ευσέβιος εξελέγη νέος επίσκοπος Πηλουσίου (413) και άσκησε τέτοια πίεση στην Εκκλησία, ώστε ο Ισίδωρος αποφάσισε να «φύγει» πάλι προς την έρημο. Αποσύρθηκε, λοιπόν, σε μονή κοντά στο Αφναίο, όπου έζησε ως έγκλειστος μέχρι την κοίμησή του. Φορούσε μόνο ένα σκληρό τρίχινο ένδυμα και ζούσε, κατά το παράδειγμα του αγίου Ιωάννη του Προδρόμου, με άγρια χόρτα και φύλλα.
Υπόδειγμα και φωστήρας τηλαυγής της αρετής και της σοφίας, ο άγιος Ισίδωρος επί πολλά χρόνια δίδαξε με αυθεντία, δίχως να πτοηθεί από τις διώξεις και να φοβηθεί το μίσος των ανθρώπων με σαρκικό φρόνημα, διά μέσου αναρίθμητων σύντομων και βαθυστόχαστων επιστολών, από τις οποίες σώζονται περισσότερες από δύο χιλιάδες.