Ας φροντίσουμε, αδελφοί μου, να φυλάμε τη συνείδησή μας, όσο ακόμα βρισκόμαστε σ’ αυτόν τον κόσμο, χωρίς να την προκαλούμε να μας ελέγξει για κάποιο πράγμα, χωρίς να την καταπατούμε σε τίποτα απολύτως ούτε και στο ελάχιστο. Γιατί ξέρετε καλά ότι από τα μικρά αυτά και ασήμαντα, όπως λένε, φτάνουμε να καταφρονούμε και τα μεγάλα. Γιατί όταν αρχίσει κανείς να λέει: «Τι σημασία έχει, αν πω αυτό το λόγο; Τι σημασία έχει αν φάω λιγάκι; Τι σημασία έχει αν δώσω προσοχή σ’ αυτό εδώ το πράγμα;», από το «τι σημασία έχει αυτό και τι σημασία έχει εκείνο», αποκτάει κανείς κακή και διεστραμμένη διάθεση και αρχίζει να καταφρονεί και τα μεγάλα και βαρύτερα, και να καταπατεί την ίδια τη συνείδησή του. Και έτσι προχωρώντας σιγά-σιγά κινδυνεύει να πέσει και σε τέλεια αναισθησία… Ας φροντίσουμε τα ελαφρά, όσο ακόμη είναι ελαφρά, για να μη γίνουν βαριά…
Τω
καιρώ εκείνω, επορεύετο ο Ιησούς εις πόλιν καλουμένην Ναϊν, και
συνεπορεύοντο αυτώ οι μαθηταί αυτού ικανοί, και όχλος πολύς. ως δέ
ήγγισε τη πύλη της πόλεως, και ιδού εξεκομίζετο τεθνηκώς υιός μονογενής
τη μητρί αυτού, και αύτη ήν χήρα, και όχλος της πόλεως ικανός ήν σύν
αυτή. και ιδών αυτήν ο Κύριος, εσπλαγχνίσθη επ’ αυτή και είπεν αυτή, μή
κλαίε, και προσελθών ήψατο της σορού’ οι δέ βαστάζοντες έστησαν, και
είπε, νεανίσκε, σοί λέγω, εγέρθητι. και ανεκάθισεν ο νεκρός και ήρξατο
λαλείν, και έδωκεν αυτόν τη μητρί αυτού. έλαβε δέ φόβος πάντας και
εδόξαζον τον Θεόν, λέγοντες ότι προφήτης μέγας εγήγερται εν ημίν, και
ότι επεσκέψατο ο Θεός τον λαόν αυτού.








