Σελίδες

ΚΥΡΙΕ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΕ ΕΛΕΗΣΟΝ ΜΕ

ΚΥΡΙΕ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΕ ΕΛΕΗΣΟΝ ΜΕ
ΥΠΕΡΑΓΙΑ ΘΕΟΤΟΚΕ ΣΩΣΟΝ ΗΜΑΣ

ΟΙ ΟΜΙΛΙΕΣ ΜΑΣ ΓΙΑ ΚΑΤΕΒΑΣΜΑ ΣΤΟΝ ΥΠΟΛΟΓΙΣΤΗ ΣΑΣ





ΟΔΗΓΙΕΣ: ΚΑΝΕΤΕ ΚΛΙΚ ΣΤΟΝ ΠΑΡΑΚΑΤΩ ΣΥΝΔΕΣΜΟ:

Δίπλα από το όνομα Κύριος Ιησούς Χριστός που υπάρχει ένα μικρό βελάκι , πατάμε εκεί και μας βγάζει διάφορες επιλογές από τις οποίες πατάμε το Download .
Και γίνεται η εκκίνηση να κατέβουν όλες οι ομιλίες.
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΟΣΙΑΚΗ ΚΟΙΜΗΣΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΟΣΙΑΚΗ ΚΟΙΜΗΣΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 4 Σεπτεμβρίου 2026

Τό ὁσιακό τέλος μιᾶς ἁπλοϊκῆς μετσοβίτισσας γυναίκας. Μαρία Μπίσα.

Τό ὁσιακό τέλος μιᾶς ἁπλοϊκῆς
μετσοβίτισσας γυναίκας

Μαρία Μπίσα

Κατά θεία πρόνοια τέλη τοῦ μηνός Απριλίου τοῦ 2026 ἀκούσαμε τό ἑξῆς θαυμάσιο γεγονός μιᾶς πιστῆς, ἁπλῆς καί ταπεινῆς ἐναρέτου μετσοβίτισσας γυναίκας πού άξιώθηκε να βιώσει τό ἐξαίσιο οσιακό της τέλος.
Τό χαριτωμένο αυτό παράδειγμα γνήσιας θεοσέβειας μᾶς ἔγινε γνωστό άπό τόν καθηγητή κ. Μιχαήλ Γ. Τρίτο τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τοῦ Α.Π.Θ., τόν ὁποῖον καί εὐχαριστοῦμε θερμῶς γιά τήν διάσωση τῆς ὠφελίμου αὐτῆς διηγήσεως. Προκειμένου ὅμως νά ὠφεληθοῦν πνευματικά περισσότερες καλοπροαίρετες ψυχές πρός δόξαν τοῦ φιλανθρώπου Χριστοῦ ἐκδίδεται ἀπό τίς ἐκδόσεις «Ὀρθόδοξος Κυψέλη» καί δίδεται εὐλογία ἀπό τά Γραφεῖα, Σπάρτακου
6, Συκιές Θεσ/νίκης, τηλ. 2310 212 659.
Ἤμουν μαθητής τοῦ Γυμνασίου Μετσόβου, ὅταν ἔβλεπα τὶς ἀπογευματινές ώρες μια συμπαθέστατη γριούλα, ντυμένη την τοπική μετσοβίτικη στολή, νὰ πηγαίνει στὴν ἁγία Παρασκευή να παρακολουθήσει τὴν ἀκολουθία τοῦ ἑσπερινοῦ. Κρατοῦσε στὰ χέρια της ἕνα μικρό μεταλλικό δοχεῖο μὲ λάδι γιὰ νὰ ἀνάψει τα κανδήλια τοῦ ναοῦ. Ἦταν ἡ Μαρία Μπίσα, μιὰ εὐλογημένη ἀπὸ τὸ Θεὸ ψυχή.
Μετὰ τὸ πέρας τοῦ ἑσπερινοῦ πήγαινε στο κέντρο τοῦ ναοῦ καὶ μὲ μιὰ ἐκ βαθέων δοξολογική κραυγή ἔλεγε τὸ «Δόξα Σοι Κύριε», χωρὶς κἂν νὰ γνωρίζει τὴ σημασία αὐτῆς τῆς φράσης. Το πρόσωπό της ἔλαμπε καὶ ἀπὸ τά γεροντικά της μάτια ἔβγαιναν δάκρυα ἱκεσίας πρὸς τὸν δωρεοδότη Χριστό. Ἦταν ἡ ἐξωτερίκευση τῆς βιωμένης πίστεως καὶ ἡ ἔκφραση τῆς γνησίας ὀρθόδοξης πνευματικότητος.
Ένα περιστατικό που δείχνει την πνευματική ποιότητα τῆς μακαριστῆς Μαρίας Μπίσα εἶναι τὸ ἐξῆς:
Παραμονὴ τῆς Ἀναλήψεως στὸν Ἱερὸ Ναὸ τῆς Ἁγίας Παρασκευῆς Μετσόβου πρὶν τὴν ἀκολουθία τῆς ἀναστάσιμης ενάτης, ὥρας. Ή μακαριστή Μαρία ἔκλαιγε μὲ ἀναφιλητά. Την πλησίασα καὶ τὴ ρώτησα στα βλάχικα γιατί κλαίει. Μοῦ ἀπάντησε κλαίει γιατὶ φεύγει τὸ «Χριστὸς Ἀνέστη».
Τὴν καθησύχασα λέγοντάς την ὅτι δὲν φεύγει τὸ «Χριστὸς Ἀνέστη». Κάθε Κυριακή Ανάσταση ἔχουμε.
Μὲ εὐχαρίστησε καὶ μοῦ εἶπε: «Τώρα ηρέμησα παιδί μου».
Απλοϊκὴ ἁγνὴ πίστη με δυνατά εσωτερικά βιώματα! «τῶν τοιούτων ἐστὶν ἡ Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν».
Ὁ Κύριος βράβευε την πίστη τῆς ἁπλῆς αὐτῆς γυναίκας, δίδοντάς της τη δυνατότητα να προβλέψει μὲ κάθε λεπτομέρεια τὸ τέλος τῆς ἐπιγείου ζωής της.
Στὸ σημεῖο αὐτὸ θὰ ἀφήσω την εγγονή της, την κ. Μαρία Μπίσα-Ψαροβασίλη, να περιγράψει ὡς αὐτόπτης μάρτυς τὸ γεγονός, μέ ἕνα κείμενο ξεχωριστής χάρης καὶ ὀμορφιᾶς καὶ μὲ ἔντονο τὸ στοιχεῖο της βιωμένης αμεσότητας.
Τὴ γιαγιά μου τὴν ἔλεγαν Μαρία. Ἔφυγε στις 20 Φεβρουαρίου 1971, ἦταν 85 ἐτῶν. Ἀπὸ καιρὸ εἶχε φροντίσει καὶ τὴ παραμικρή λεπτομέρεια τοῦ θανάτου της, ἂν καὶ ὁ τρόπος ζωῆς της ἦταν μιὰ συνεχὴς προετοιμασία.
Τελευταῖα δὲν ἔβγαινε ἔξω γιατί τὴν ταλαιπωροῦσε τὸ ἆσθμα ποὺ εἶχε. Δὲν ἦταν ὅμως σὲ τόσο άσχημη κατάσταση. Μέσα στο σπίτι κυκλοφοροῦσε ἄνετα καὶ αὐτοεξυπηρετοῦνταν.
Ἦταν ψυχοσάββατο. Ἐκεῖνο τὸ πρωινό ξύπνησε γύρω στὶς ἕξι. Παρὰ τὴ γκρίνια μου με ξύπνησε κι ἐμένα γιατί ὅπως μοῦ εἶπε μὲ ἤθελε ξύπνια. Ἡ μητέρα μου ἄναψε τη σόμπα καὶ τῆς ἔφτιαξε τον καφέτης. Ἀφοῦ τὸν ἤπιε ρώτησε γιὰ τὸν καιρὸ καὶ ζήτησε νὰ πιεῖ δυὸ γουλιές κρασί, ασυνήθιστο πρᾶγμα γιὰ τὴν ὥρα.
Ημασταν οἱ τρεῖς μέσα στο δωμάτιο καὶ πολὺ σοβαρὰ μᾶς εἶπε ὅτι ἐκείνη τὴν ἡμέρα ἤθελε νὰ κοιμηθεῖ. Ζήτησε ἀπὸ τὴ µητέρα µου νὰ τὴ βοηθήσει νὰ πλυθεῖ καὶ νὰ τὴ ντύσει μὲ τὰ ροῦχα ποὺ εἶχε φυλαγμένα στὸ σεντούκι. Ἀκόμη ζήτησε νὰ εἰδοποιήσουμε τὰ παιδιά της νὰ ἔρθουν στὸ σπίτι καὶ μιὰ γειτόνισσα νὰ βοηθήσει στὴν τακτοποίηση τοῦ σπιτιοῦ γιατί μετὰ θὰ ἐρχότανε κόσμος,
Βέβαια ἀκολούθησαν πολλοὶ διάλογοι ὅπως δὲν γίνονται αὐτὰ τὰ πράγματα, ἀκόμη δὲν τρελαθήκαµε καὶ ἄλλα. Ἡ γιαγιὰ ὅμως ἐπέμενε. Κρατοῦσε τὸ σφυγµό της καὶ συνεχῶς ἔλεγε στὴ µητέρα µου «βιάσου γιατί θέλω νὰ κοιμηθῶ, βιάσου γιατί δὲ θὰ προλάβουμε».
Ὅταν ὁ ἀδερφός µου ἑτοιμάστηκε νὰ πάει στὴ δουλειά του, τὸν ἀποχαιρέτησε φιλῶντας τον καὶ τοῦ εὐχήθηκε προκοπὴ καὶ εὐτυχία γιατί δὲν θὰ τὸν ξανάβλεπε πιά.
Σιγά-σιγὰ ἀρχίσαμε νὰ συνειδητοποιοῦμε ὅτι κάτι συνέβαινε μὲ τὴ γιαγιά. Θυμήθηκα ὅτι τὴν τελευταία Δευτέρα ἐκείνης τῆς ἑβδομάδας μοῦ ζήτησε νὰ τῆς γράψω ἕνα καινούργιο Ψυχοχάρτι. Ἐνῷ µέχρι τότε γράφαμε τρεῖς Μαρίες ἐκείνη τὴ µέρα μοῦ ζήτησενὰ γράψω καὶ µία τέταρτη. Τῆς ἔλεγα πὼς μπερδεύτηκε, πὼς ἔκανε λάθος ἀλλὰ ἐπέμενε νὰ τὴ γράψω καὶ πὼς ἀργότερα θὰ καταλάβαινα.
Τὴν Πέμπτη τὸ ἀπόγευμα εἶχε καλέσει ὅλους τοὺς συγγενεῖς στὸ σπίτι, ἔκανε εὐχέλαιο καὶ µετάλαβε.
Ἔτσι ἀποφασίσαμε νὰ ἐνδώσουμε στὶς ἐπιθυμίες της καὶ εἰδοποιήθηκαν τὰ παιδιά της καὶ ἡ γειτόνισσα.
Ἡ µητέρα µου τὴν ἔπλυνε, τὴ χτένισε, τῆς ἔκοψε τὰ νύχια. Τῆς ἦταν πολὺ δύσκολο νὰ τῆς φορέσει τὰ νεκρικὰ ροῦχα καὶ τότε ἡ ἴδια προσπάθησε νὰ τὰ Φορέσει λέγοντάς µας «ἐγὼ ἔχω ντύσει τὰ παιδιά µου δὲ θὰ ντυθῶ ἡ ἴδια».
Ἡ γιαγιὰ εἶχε ὀχτὼ παιδιἀ, τὰ τρία ἀπὸ αὐτὰ πέθαναν ἐνῷ ἡ ἴδια ἦταν ἐν ζωῇ.
Τὰ παιδιά της, οἱ νύφες τὰ ἐγγόνια ἐρχόταν ἕνας ἕνας. Κλείσαµε πόρτες καὶ παράθυρα γιά νὰ μὴν ἔρθει κανεὶς ξένος καὶ θεωρηθοῦμε τρελοὶ ποὺ ἕναν ζωντανὸ ἄνθρωπο τὸν ἑτοιμάζαμε νὰ πεθάνει.
Πρέπει νὰ πῶ ὅτι ὅσο κρατοῦσε αὐτὴ ἡ διαδικασία κατὰ διαστήµατα ἔχανε τὴν ἐπικοινωνία της µαζί μας καὶ μιλοῦσε Ψιθυριστά. Ἡ µητέρα µου συχνὰ τὴν ρωτοῦσε ποιόν ἔβλεπε, μὲ ποιόν μιλοῦσε, τί ἔλεγε ἀλλὰ ἡ ἀπάντηση της ἦταν «μὴ μὲ ρωτᾶς τέτοια πράγματα, δὲ μπορῶ νὰ σοῦ πῶ».
Ἡ ἴδια μᾶς ρωτοῦσε µόνο γιὰ τὸν καιρό. Ἠθελε πάντα νὰ πεθάνει ἄνοιξη γιατί ἀγαποῦσε τὰ λουλούδια, ἀλλὰ ἐκείνη τὴν ἡμέρα καὶ τὴν ἑπομένη τῆς κηδείας της χιόνιζε δυνατά.
Ὅταν ὁλοκληρώθηκε ἡ διαδικασία τοῦ ντυσίµατος, ζήτησε νὰ τῆς φέρουμε ἀπὸ τὸ σεντούκι τὸ κοµπόδεµά της, Δὲ θυμᾶμαι ἀκριβῶς πόσο ἦταν, δὲν πρέπει ὅμως νὰ ξεπερνοῦσε τὶς 20 μὲ 30 δρχ. Μᾶς τὰ μοίρασε, ἐμένα μοῦ ἔδωσε ἕνα δίφραγκο καὶ δυὸ τρεῖς δεκάρες, Μᾶς ἀποχαιρέτησε ὅλους ἕναν-ἕναν χωριστά, μᾶς φίλησε, μᾶς ἔδωσε εὐχὲς καὶ μᾶς εἶπε ὅτι ἦταν ἔτοιμη νὰ κοιμηθεῖ. Σὲ ὅλη αὐτὴ τὴ διαδικασία ἦταν ἡ πρώτη φορὰ ποὺ συγκινήθηκε καὶ βούρκωσαν τά μάτια της.
Πλάγιασε κάτω ἀπὸ τὸ ντουλάπι τοῦ Ἁγίου Κοσμᾶ, ἔκλεισε τὰ µάτια της καὶ προσπάθησε νὰ κοιμηθεῖ. Δὲν τὰ κατάφερε ὅμως καὶ σύντομα ἄλλαξε γνώµη. Σηκώθηκε καὶ μᾶς εἶπε νὰ ἑτοιμάσουμε τὴ θέση της στὸ καλὸ δωμάτιο (ἔτσι λέγαμε τὸ δωµάτιο ὑποδοχῆς) ὅπως συνέβαινε μὲ ὅλους τοὺς πεθαµένους τοῦ σπιτιοῦ.
Καθὼς τήν µεταφέραμµε ἀπὸ τὸ ἕνα δωμάτιο στὸ ἄλλο, εἶπε δυὸ φορὲς ἄχι! σπίτι µου, σπίτι µου,
Ἐκεῖ λοιπὸν στὸ καλὸ δωμάτιο ξάπλωσε στὴν εἰδικὴ θέση. Ἀπέναντι στὸν τοῖχο ὑπῆρχε ἕνας µεγάλος καθρέφτης. Παρατήρησε πὼς τὰ ροῦχα της δὲν ἦταν καλὰ τακτοποιηµένα καὶ παραπονέθηκε στὴ μητέρα µου. Ἀκόμη καὶ αὐτὰ τὰ τελευταῖα λεπτὰ τὸ μυαλό της λειτουργοῦσε τόσο καλὰ ποὺ ζήτησε νὰ τῆς κόψουµε μὲ ἕνα λεπτὸ Ψαλίδι τὸ κλειστὸ (ροῦχο ποὺ φοροῦσε) στὴ μεριὰ τῆς πλάτης ποὺ δὲν φαινόταν ἔτσι ὥστε νὰ ἔρθει σὲ εὐθεῖα γραμμὴ μπροστὰ στὸ στῆθος. Μέσα στὴν ταραχή τῆς εἴχαμε βάλει πρόχειρα τὰ παπούτσια της. Ζήτησε νὰ τῆς τὰ φορέσουµε κανονικἀ καὶ νὰ τὰ κουμπώσουμε γιατί μετὰ παρατήρησε πὼς θὰ πρηζόταν τὰ πόδια της καὶ δὲ θὰ ἦταν εὔκολο νὰ μποῦν. Τῆς φορέσαμε τὸ σάβανο ὅπως ἐκείνη ἤθελε. Ζήτησε καὶ τὶς δυὸ µεγάλες λαμπάδες ποὺ εἶχε φυλαγμένες μαζὶ μὲ τὰ κηροπήγια, μιὰ γιὰ τὸ κεφάλι καὶ μιὰ γιὰ τὰ πόδια. Τίς ἤθελε ἀναμμένες.
Ἀφοῦ βεβαιώθηκε ὅτι ὅλα ἦταν ἄψογα μὲ τὸ ντύσιµό της, μὲ δική της προτροπὴ καλύψαμε τὸν µεγάλο καθρέφτη μὲ ἕνα μαῦρο μαντήλι εἰς ἔνδειξιν πένθους ὅπως συνηθίζαµε στὸ χωριό.
Ἀπευθύνθηκε πρὸς ὅλους καὶ μᾶς εἶπε νὰ µείνουµε στὸ δωµάτιότης κάτω ἀπὸ τὸ εἰκονοστάσι καὶ νὰ προσευχηθοῦμε. Μαζί της στὸ καλὸ δωμάτιο ἤθελε μόνο τὶς νύφες της, δίπλατης γονατιστὲς νὰ προσεύχονται.
Ἐγὼ δὲν ἀκολούθησα τοὺς ἄλλους στὸ εἰκονοστάσι γιατί ἤθελα τόσο πολὺ νἁ δῶ τὸ τέλος, Ἄφησα τὴν πόρτα τοῦ καλοῦ δωματίου µισάνοιχτη καὶ γονάτισα ἐκεῖ κοιτάζοντάς την.
Σταύρωσε τὰ χέρια της, ἔκλεισε τὰ µάτια της καὶ ἄρχισε νὰ προσεύχεται. Πρώτη προσευχῆ τό «Πιστεύω εἰς ἕνα ...» Δὲν ξέρω πόσες ἄλλες ἀκολούθησαν γιατί ἡ φωνή της γινόταν ὅλο πιὸ βαριά, πιὸ βραχνἠ καὶ ὁ λόγος της δὲν ἦταν καθαρός, Ἔμεινε ἔτσι προσευχόµενη γύρω στὸ δεκάλεπτο. Στὸ τέλος φώναξε δυνατὰ δυὸ Φορές Ὑιέ µου, γιέ μου!’ Πῆρε μιά βαθιὰ εἰσπνοή, μιὰ τελευταία ἐκπνοὴ καὶ κοιµήθηκε.
Ἡ ὥρα ἦταν περίπου 10:30 τὸ πρωί.λ
Βέβαια δὲν εἶναι τυχαῖο ποὺ ἡ γιαγιὰ ἔφυγε ἔτσι.
Ηταν μιὰ γυναῖκα ἀγράμματη. Δὲν πῆγε ποτὲ στὸ σχολεῖο, δὲν ἤξερε νὰ διαβάζει, νὰ μιλάει Ἑλληνικά, οὔτε κἂν νὰ βάζει τὴν ὑπογραφή της. Ηξερε ὅμως ὅλη τὴ θεία λειτουργία ἀπ᾿ ἔξω καὶ ἂς μὴ καταλάβαινε τί ἔλεγε. Εἶχε μιὰ ἔμφυτη γνώση καὶ σοφία καὶ ἦταν πρόθυµη νὰ βοηθήσει ὁποιονδήποτε καὶ νὰ συμβουλέψει τὸν καθένα.
Ἔζησα μὲ τὴ γιαγιὰ δεκαοχτώ χρόνια. Τὴ θυμᾶμαι χειμῶνα καλοκαίρι νὰ πηγαίνει δυὸ φορὲς τὴ µέρα στὴν ἐκκλησία τῆς ἐνορίας μας τὴν Ἁγία Παρασκευή, στὸν ὄρθρο καὶ τὸν ἑσπερινό. Τὰ τελευταῖα χρόνια ἡ Ἁγία Παρασκευἠ ἦταν τὸ σπίτι της. Τὴν ἔβρισκε κανεὶς ἐκεῖ ὧρες ἀτέλειωτες νὰ κάθεται µόνη μα μὲ τὰ εἰκονίσματα. Στὸ γυναικωνίτη εἶχε μιὰ συγκεκριµένη θέση ποὺ ἀκόμα φέρει τὸ ὄνομά της. Ὅλη ἡ κοινωνικότητά της ἐξαντλοῦνταν στὀ προαύλιο τῆς ἐκκλησίας καὶ ἀγαπημένο τῆς θέµα συζήτησης ἦταν οἱ βίοι τῶν Ἁγίων. Γιὰ τὸ λόγο αὐτὸ στενοχωριόταν ποὺ δὲν ἤξερε νὰ διαβάζει.
Τηροῦσε μὲ αὐστηρὴ εὐλάβεια ὅλες τὶς παραδόσεις τῆς ἐκκλησίας. Τίς ἡμέρες τῆς αὐστηρῆς νηστείας ἔτρωγε ξερὰ βρασµένα δαμάσκηνα μὲ ζουμὶ ἢ νερόβραστα χόρτα τυλιγμένα μὲ καλαμποκάλευρο. Τιμοῦσε ὅλους τοὺς Ἁγίους καί τὴν παραμονή τῆς ὀνομαστικῆς ἑορτῆς τοῦ κάθε Ἁγίου κοιμόταν στὸ Ναό του. Κάθε Πέµπτη μὲ µεγάλη εὐλάβεια καὶ αὐστηρὴ σχολαστικότητα ζύμωνε τὰ πρόσφορα τῆς ἑβδομάδας.
Τὸ σπίτι ποὺ ἔζησε μὲ τὴν οἰκογένειά της δὲν τὸ ἔχτισε, τὸ ἀγόρασε ὅπως ἦταν. Ὅταν ὁ Ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλὸς πῆγε περιοδεία στὸ χωριό µας ἔτυχε νὰ μείνει σ’ αὐτὸ τὸ σπίτι. Μόλις τῆς τὸ εἶπε ἡ ἰδιοκτήτρια, ἡ γιαγιὰ τὸ ἀγόρασε χωρὶς δεύτερη κουβέντα. Τὸ θεώρησε µεγάλη εὐλογία καὶ ἐγκαταστάθηκε στὸ δωμάτιο ποὺ κοιμόταν ὁ Ἅγιος. Ἐκεῖ ἔφτιαξε καὶ τὸ εἰκονοστάσι της μὲ τὸ καντήλι ποὺ σιγόκαιγε νύχτα -μέρα καὶ πρώτη τὴν εἰκόνα τοῦ Ἁγίου. Κάτω ἀπὸ τὸ εἰκονοστάσι ἦταν τὸ ντουλάπι ὅπου ὁ Ἅγιος Κοσμᾶς εἶχε βάλει τὰ βιβλία του. Ἐκεῖ ἔβρισκες τὸ θυµιατό της τὸ λάδι γιὰ τὸ καντήλι, τὴ σφραγῖδα γιὰ τὰ πρόσφορα, τὸ σκεῦος μὲ τὸ ζυμάρι καὶ ἄλλα παρόμοια.
Ἀκόμη ἐκεῖ φύλαγε καὶ τὴ δικιά της ξύλινη γαβάθα, μὲ τὸ δικό της ξύλινο κουτάλι γιατί ἡ γιαγιὰ δὲ χρησιμοποιοῦσε τὰ δικά µας πιάτα γιὰ φαγητό.
Ἂν καὶ εἶχε καλἡ περιουσία ἦταν ἄνθρωπος λιτὸς καὶ ταπεινός. Ἡ περιουσία της δυὀ φορὲς χάθηκε γιὰ ἱστορικοὺς λόγους ἐκείνης τῆς ἐποχῆς, Καὶ τὶς δύο φορὲς ἡ οἰκογένεια ὀρθοπόδησε γιατί ὁ Θεός τους ἔδινε πλούσια τὰ ἐλέη. Παρὰ τὴν καλὴ οἰκονομικὴ κατάσταση καὶ τὴν κοινωνική της θέση, οὐδέποτε ἀπέκτησε τὴ λαμπερὴ καὶ κεντητὴ στολἡ ποὺ εἶχαν ὅλες οἱ γυναῖκες τοῦ χωριοῦ. Δὲν εἶχε χρυσαφικἁ καὶ δὲ στολιζόταν. Τὴ µοναδικὴ φορὰ ποὺ θυμᾶμαι νὰ ἐνδιαφέρθηκε γιὰ τὴν ἐμφάνισή της ἦταν οἱ τελευταῖες στιγμὲς τῆς ζωῆςτης μπροστὰ στὸν καθρέφτη. Τὸ προσωπικὸ ποὺ εἶχε ἡ οἰκογένεια στὴ δούλεψή της τὸ πλήρωνε μὲ λίρες, ἡ γιαγιὰ ὅμως ὅταν ἔφυγε εἶχε πενταροδεκάρες.
Ηταν πάντα µετρηµένη στὰ λόγια της καὶ δὲν ἔκανε κριτικἠ γιὰ τοὺς ἄλλους. Μέσα στὸ σπίτι ἦταν ἄφταστη νοικοκυρά, ἀκούραστη καὶ ἀεικίνητη.
Ἀπέκτησε ὀχτῷ παιδιά. Τρεῖς γιοὺς καὶ πέντε κὀρες, τὶς ὁποῖες πάντρεψε μὲ φτωχὰ παιδιὰ τοῦ χωριοῦ, ποὺ τὰ εἶχαν στὴ δούλεψή τους. Τρία ἀπὸ τὰ παιδιά της πέθαναν ἐνῷ ἡ ἴδια ζοῦσε. Πονοῦσε καὶ μοιρολογοῦσε συχνά, ἀλλὰ παρὰ τὸ πένθος της, τὴν ἑπομένη τῆς κηδείας τους πήγαινε στὴν ἐκκλησία. Ἔτσι ἦταν τὸ θέληµα τοῦ Θεοῦ ἔλεγε καὶ ἔτσι ἔζησε κι ἐκείνη σύµφωνα μὲ τὸ θέληµα τοῦ Θεοῦ.
Ἡ µητέρα µου θυμᾶται πὼς ἕνα ἀπόγευμα τοῦ 1941 εἶχε πάει στὸ Μοναστήρι τοῦ Ἁγίου Νικολάου.
Ἐπέστρεψε στὸ σπίτι ἀναστατωμένη «θὰ ἔρθουν οἱ Γερμανοι» τοὺς εἶπε καὶ ἄρχισε νὰ συγκεντρώνει τὶς κατάλληλες προμήθειες. Φυσικὰ δὲν ὑπῆρχαν τὰ σημερινὰ µέσα ἐνημέρωσης. Ἡ µητέρα µου κατάλαβε πὼς κάποιο μήνυμα πῆρε στὸ Μοναστήρι. Ἡ γιαγιὰ ὅμως δὲν μιλοῦσε ποτὲ γι αὐτά,
Ὁ παπποῦς ἔφυγε πρὶν ἀπὸ τὴ γιαγιά τὸ 1956. Ηταν 80 ἐτῶν, ἡμέρα τῆς Λαμπρῆς. Πῆρε τὴ λαμπάδα του καὶ ξεκίνησε νὰ πάει στὴν Ἀνάσταση στὸν Ἅη Γιῶργη. «Πὼς θὰ φτάσεις ὡς ἐκεῖ γέρος ἄνθρωπος» τοῦ εἶπε ἡ γιαγιά. «Ἄσε μὲ νὰ πάω γιατί εἶναι ἡ τελευταία µου φορά» ἀπάντησε ὁ παπποῦς.
Καὶ ἦταν ἡ τελευταία του φορά, γιατί ἔμεινε στὸ στασίδι του Ἅη-Γιώργη τὴν ὥρα ποὺ ὁ παπᾶς ἔλεγε τό «Χριστὸς Ἀνέστη».
Δέν νομίζω ὅτι πρέπει νά προσθέσουμε κάτι, ὕστερα ἀπό αὐτή τήν ὑπέροχη περιγραφή τοῦ ὁσιακοῦ τέλους τῆς μακαριστῆς Μαρίας Μπίσα. Ἐκεῖνο πού πρέπει νά ὑπομνήσουμε εἶναι ὅτι «τά µωρά τοῦ κόσμου ἐξελεξάτο ὁ Θεός ἵνα τούς σοφούς καταισχύνή, καί τά ἀσθενῆ τοῦ κόσμου ἐξελέξατο ὁ Θεός ἵνα καταισχύνῃ τά ἰσχυρά» (Α΄ Κορ. 1, 27). Ἄς ἔχουμε τήν εὐχή της. 
https://apantaortodoxias.blogspot.com/2026/08/blog-post_932.html

Σάββατο 4 Ιουλίου 2026

Τό ὁσιακό τέλος τοῦ Ἁγίου Ἀθανασίου τοῦ Ἀθωνίτου

ΤΟ ΟΣΙΑΚΟ ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ ΤΟΥ ΑΘΩΝΙΤΟΥ

[…] Αναγκαίο και ωφέλιμο είναι να ομιλήσουμε περί του μαρτυρικού και οσιακού τέλους του οσίου Αθανασίου, ο οποίος αξιώθηκε να θυσιασθεί «ὑπὲρ τῆς ποίμνης αὐτοῦ». Επειδή, λοιπόν, πολλοί ήσαν εκείνοι που προσέρχονταν σ’ αυτόν «ἐκ παντὸς μέρους τῆς οἰκουμένης» για να χειραγωγηθούν «πρός ἀρετήν» και να τύχουν ψυχικής σωτηρίας, εκείνος, λόγω του πλήθους των μοναχών, αποφάσισε να κτίσει ευρυχωρότερο ναό. Ενώ λοιπόν, η ανοικοδόμηση του ναού βρισκόταν στην τελική της φάση και χρειαζόταν να γίνει η ολοκλήρωση της κατασκευής του ιερού Βήματος, ο ιερός Πατήρ ετοιμαζόταν να αρχίσει το έργο τούτο.
Και πρώτα πρώτα συγκάλεσε την αδελφότητα σε σύναξη στην οποία ανέγνωσε ένα απόσπασμα από τις Κατηχήσεις του οσίου Θεοδώρου του Στουδίτου. Μετά προσέθεσε και τη δική του νουθεσία, λέγων: «Ἀδελφοί μου, καί τέκνα προσέχωμεν ἑαυτοῖς καί τῆς γλώσσης κρατῶμεν· κρεῖσσον γάρ ἀφ’ ὕψους ἤ ἀπό γλώσσης πεσεῖν. Προσδοκῶμεν δέ ἀεί καί πειρασμόν, ὅτι διά πειρασμῶν καί θλίψεων δεῖ ἡμᾶς εἰσελθεῖν εἰς τήν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν. Ἐπί δέ τῷ μέλλοντι ἀπευκταίῳ μηδόλως σκανδαλισθήσεσθε, ἀλλὰ καὶ λίαν συμφέρον ὑμῖν τοῦτο νομίσατε· ἄλλως γὰρ τοῖς ἀνθρώποις νοοῦνται τὰ ὁρώμενα καὶ ἄλλως Θεῷ οἰκονομοῦνται». «Αδελφοί μου», είπε ο ιερός Πατήρ, «και τέκνα να προσέχουμε τον εαυτό μας και να συγκρατούμε τη γλώσσα μας. Είναι καλύτερο να πέσει κανείς από μεγάλο ύψος παρά να ξεπέσει με τη γλώσσα του· πάντοτε δε προσδοκούμε ότι θα περιπέσουμε σε πειρασμό, καθότι με πειρασμούς και θλίψεις θα εισέλθουμε στη βασιλεία των ουρανών. Για το αναπόφευκτο δε μελλοντικό γεγονός να μη σκανδαλισθείτε, αλλά να το θεωρήσετε ότι πολύ θα σας ωφελήσει αυτό».
Η ομιλία αυτή ενέβαλε σε απορία τους πατέρες, οι οποίοι διαπορούσαν τι ήθελε να πει με τους λόγους αυτούς ο όσιος. Στη συνέχεια και μετά το τέλος της συνάξεως, αφού εφόρεσε τα μοναχικά του ενδύματα, το σχήμα του μοναχού και το «ἱερώτατον κουκούλιον τοῦ μακαριωτάτου αὐτοῦ πατρός» οσίου Μιχαήλ του Μαλεΐνου, το οποίο συνήθιζε να φορά κατά τις μεγάλες δεσποτικές εορτές, όποτε κοινωνούσε των αγίων του Χριστού μυστηρίων, εφανέρωσε «φαιδρόν και χαίρον το πρόσωπόν του», γεγονός που εξέπληξε όλους για το ασυνήθιστο θέαμα.
Κατόπιν, αφού προσευχήθηκε επί πολύ στο κελί του, πήρε μαζί του έξι αδελφούς και ανεβαίνοντας «τὴν τεκτονικὴν κλίμακα», έφθασε στο ύψος της οικοδομής. Αμέσως κατέρρευσε το τμήμα εκείνο του ναού εντός του ιερού Βήματος και συμπαρέσυρε τόν Όσιο καί τούς έξι αδελφούς. Καί οι μεν πέντε «αὐθωρόν (:αμέσως), τάς ψυχάς τῶν Θεῷ παρέθεντο».
Ο δε ιερός Πατήρ και ο μοναχός Δανιήλ, ο οικοδόμος, επέζησαν εν μέσω των ερειπίων.Επί τρίωρο ακουγόταν η φωνή του Πατρός. · «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, βοήθει μοι, δόξα σοι ὁ Θεός».

Πέμπτη 9 Ιανουαρίου 2025

Ἡ Ὁσιακὴ Κοίμηση τοῦ Ἁγίου Σεραφείμ


Η 1η Ιανουαρίου 1833 ήταν Κυριακή. Ο στάρετς ήλθε στο ναό των αγίων Ζωσιμά και Σαββατίου που στα νειάτα του, είχε μαζέψει τα λεφτά για την κατασκευή του, με εράνους, προσκύνησε τις εικόνες, τους άναψε κεριά – πράγμα που ήταν αντίθετο προς τις συνήθειές του – και κοινώνησε στη Λειτουργία.Κατά την διάρκεια της Λειτουργίας άκουσε το ανάγνωσμα της Δευτέρας Επιστολής προς Τιμόθεον που διαβάζουν αυτή την ήμερα:
«Εγώ γαρ ήδη σπεύδομαι, και ο καιρός της εμής αναλύσεως εφέστηκε, τον αγώνα τον καλόν ηγώνισμαι, τον δρόμον τετέλεκα, την πίστιν τετήρηκα· λοιπόν απόκειται μοι ο της δικαιοσύνης στέφανος, ον αποδώσει μοι ο Κύριος εν εκείνη τη ημέρα, ο δίκαιος κριτής, ου μόνον δε εμοί, αλλά και πάσι τοις ηγαπηκόσι την επιφάνειαν αυτού» (Β’ Τιμοθ. 4, 6 – 8 ).

Μετά την λειτουργία αποχαιρέτησε τους αδελφούς που ήταν παρόντες, τους ασπάστηκε, τους ευλόγησε, και βγήκε από την εκκλησία από τη βορεινή πόρτα. Έβλεπε κανείς την κούρασή του, τη σωματική του αδυναμία· η συμπεριφορά του όμως ήταν, όπως συνήθως, γαλήνια και χαρούμενη.Όλη την ημέρα δεχόταν πολύ κόσμο.
Σε μια από τις αδελφές τού Ντιβέγιεβο έδωσε διακόσια ρούβλια για ν’ αγοράση ψωμί από το γειτονικό χωριό, γιατί οι προμήθειες του κοινοβίου είχαν τελειώσει.
Σε μιαν άλλη είπε:

Πέμπτη 5 Δεκεμβρίου 2024

Καὶ μόλις φάνηκε τὸ λείψανο, μιὰ συγκλονιστικὴ κραυγὴ ἀκούστηκε: "Ἅγιος, ἅγιος. ..εἶσαι Ἅγιος !

Άγιος Ιάκωβος Τσαλίκης( 1920-1991)

Νύχτα της 20ης Νοεμβρίου πρωί της 21ης.
Ήρθε η ώρα να τελειώσει το μαρτύριο της ζωής αυτής. Αγρύπνησε το τελευταίο του βράδυ. Λειτούργησε την επομένη για τα Εισόδια της Παναγίας και λίγο μετά το μεσημέρι άφησε σαν πουλάκι την ψυχή του, την εξαγνισμένη απο στο καμίνι της άσκησης και της γεμάτης ταπείνωσης αγάπης.

Παρασκευή 29 Νοεμβρίου 2024

Ἀπὸ τὸ βίο τοῦ ὁσίου Θεοδώρου του Στουδίτου..!

"Την Κυριακή 11 Νοεμβρίου του 826, στη μνήμη του μεγαλομάρτυρος Μηνά, με πολλή δυσκολία πήγε στο ναό.
Μετάλαβε για τελευταία φορά των Αχράντων Μυστηρίων, για να έχει εφόδιο και αγαλλίαμα της ψυχής.
Επάλειψε τα μέλη του με αγιασμό.
Περί την 6η ώρα, (12μμ), παρακάλεσε τους αδελφούς να ανάψουν λίγα κεριά στο ναό και να ψάλλουν τον Άμωμο.
Ο ίδιος ο άγιος Θεόδωρος ύψωσε τα τρεμάμενα χέρια του στον ουρανό και προσευχόταν.
Οι μοναχοί έψελναν τους στίχους του Αμώμου και διέκοπταν συνεχώς με λυγμούς την ψαλμωδία.
Ο πατέρας τους στο μέσον του ναού όρθιος, με υψωμένα τα χέρια ως Προφήτης, άγγιζε τα ουράνια.Έλαμπε ως στήλη φωτός.
Σκόρπιζε τις τελευταίες πύρινες ακτίνες, που αφήνει κατά τη δύση του ο ήλιος.
Τρυπούσε με το διαπεραστικό βλέμμα του τον ουρανό και αντίκρυζε ήδη τα επουράνια.

Παρασκευή 17 Μαΐου 2024

Ἤμουν ὁ θεράπων ἰατρὸς τοῦ ἁγίου Γέροντος Φιλοθέου Ζερβάκου

Ήμουν ο θεράπων ιατρός του αγίου Γέροντος Φιλοθέου Ζερβάκου. Στις 10 Φεβρουάριου 1980 μου παρεπονήθη για διάχυτα άλγη κατά την πρόσθια νεφρική χώρα και την οσφύν, και έκτοτε άρχισε ο γολγοθάς αυτού του Αγίου ανθρώπου…
Τις τελευταίες μέρες του είχα πει: Γέροντα εχω μάθει ότι γεννηθήκατε Μάϊο…, και ότι θα αναχωρήσετε από την ζωή Μάϊο, αλλά ποιό Μάϊο, τον ρώτησα.
«Αυτόν τον Μάϊον, παιδί μου», μου απάντησε.

Πράγματι το εσπέρας της εκδημίας του του ανακοινώθη ότι την επομένη θα πήγαινα εις επίσκεψιν του και απήντησε: Ας έλθη, αν όμως με προλάβει, όπως και έγινε, διότι την επομένη εις τας 6 το πρωί ανεχώρησε για εκεί που 70 και πλέον χρόνια ετοίμαζε….

Οι τελευταίες του ημέρες ήταν και ο γολγοθάς του. 17 ημέρες μόνο με μία σταγόνα νερό στα χείλη, συνήθως οι άνθρωποι σε τέτοια κατάσταση ευρίσκονται σε λήθαργο με παραισθήσεις και λοιπά. Ο άρρωστός μας είχε εξαίρετη πνευματική διαύγεια. Δεν ήτο άνθρωπος υπήρξε άγιος. Δύσκολη η θέση ενός μικρού ιατρού να έχει τόση μεγάλη ευθύνη για τη ζωή αυτού του Αγίου.

Δευτέρα 22 Απριλίου 2024

εἶδε νοερὰ τὸν Ἅγιο Σάββα μέσα σὲ ἕνα σύννεφο νὰ ἀνεβαίνει ψηλὰ στὸ τέμπλο τοῦ ναοῦ ...

7 Απριλίου κοιμήθηκε ο Άγιος Σάββας ο Νέος, ο εν Καλύμνω (κατά το παλαιό ημερολόγιο, αντιστοιχεί με την 25η Μαρτίου)
Την ώρα που η ψυχή του Αγίου έφευγε προς τον Κύριο, γινόταν Αγρυπνία στο μοναστήρι της Αγίας Αικατερίνης στην Κάλυμνο.

Πέμπτη 1 Φεβρουαρίου 2024

Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος γιά τή μητέρα του


«Πως πέθανε ή πως ήρθε το περιλάλητο τέλος της μάνας μου; Ενώ προσευχόταν, η ψυχή της πέταξε ψηλά στον Θεό»
*
«Εδώ κάποτε ενώ προσευχόταν τόσο υψώθηκε ο νους της Νόννας, ώσπου και η ψυχή τον ακολούθησε στα ύψη κι ακόμα ότι καθώς προσευχόταν έπεσε νεκρή κοντά στην Τράπεζα. Γράψτε, ευσεβείς, το θαύμα αυτό γι’ αυτούς που θα έρθουνε»
*
«Εδώ καθώς κάποτε προσευχόταν, είπε ο Θεός στη Νόννα από ψηλά «έλα». Κι αυτή ελευθερώθηκε απ’ το σώμα χαρούμενα. Με το ένα απ’ τα δύο χέρια της κρατούσε την Τράπεζα, με το άλλο προσκυνούσε. Δείξου σπλαχνικός, βασιλιά Χριστέ»

Παρασκευή 19 Μαΐου 2023

«Εὐλογητός εἶ Κύριε», «Σός εἰμι ἐγώ, σῶσον με»!

Ιερομόναχος Πετρώνιος Προδρομίτης

Ο ναός ήταν γεμάτος από κόσμο. Είχε πεθάνει ο Αρχιμανδρίτης Λαυρέντιος, άνθρωπος επίλεκτος και φιλάνθρωπος, πολύ αγαπημένος από όλους, και είχαν έλθει να τον ίδούν για τελευταία φορά. Τώρα βρισκόταν στο νεκροκρέββατο, στην μέση της εκκλησίας, και οι μοναχοί ολόγυρά του.
Ήλθε σιωπηλός κι ο καθηγούμενος με θλιμμένο πρόσωπο για τον αγαπητό του φίλο, πήγε στο στασίδι του, και αμέσως ένας μεγάλος αριθμός από ιερομονάχους και διακόνους άρχισε την νεκρώσιμο ακολουθία.
Στο προσκέφαλο του κεκοιμημένου, ένας μοναχός που φορούσε μανδύα και καλυμμαύχι, άρχισε να διαβάζη το 17ο κάθισμα: ''Μακάριοι οι άμωμοι εν οδώ…''
Ταυτοχρόνως, από το δεξιό χορό ακούγεται αργά και σιγανά μια χαμηλή ψαλμωδία: «Ευλογητός ει Κύριε». Σαν ένας αντίλαλος επαναλαμβάνει ο άλλος χορός: «Ευλογητός ει Κύριε».
Το διάβασμα συνεχίζεται καθαρά κι αργά: «Εν όλη καρδία μου εξεζήτησά Σε, οδόν εντολών Σου έδραμον…», «αι χείρες Σου εποίησάν με και έπλασάν με…», και η επωδός των χορών που το συνοδεύει, εξαφανίζεται στο ύψος των θόλων, όπως ο καπνός του θυμιάματος.
«Σος ειμι εγώ…» συνεχίζει ο αναγνώστης και οι χοροί επαναλαμβάνουν με την σειρά: «Σος ειμι εγώ, σώσον με», «Σος ειμι εγώ, σώσον με».
«Η ψυχή μου εν ταις χερσί Σου…» ακολουθεί ο αναγνώστης, «θλίψεις και ανάγκαι εύροσάν με…», εκέκραξα εν όλη καρδία μου…, Σος ειμι εγώ, σώσον με».
Η εκκλησία είναι γεμάτη απ’ αυτό το μουρμουρητό και δάκρυα σιωπηλά πέφτουν από τα μάτια όλων. Ο καθηγούμενος στηρίζεται στη ράβδο του, το ιερατείο και το πλήθος των πιστών ακούουν με βαθειά σιωπή…

Παρασκευή 9 Σεπτεμβρίου 2022

Ἡ θέα του πιστοποιοῦσε ἕναν θρίαμβο πάνω στόν θάνατο. (Ἡ κοίμηση τοῦ π.Σεραφείμ Ρόουζ)

Στις τρείς ημέρες μεταξύ του θανάτου και του ενταφιασμού του, το σώμα του π.Σεραφείμ δεν υπέστη ούτε ακαμψία, ούτε αποσυντέθηκε στο ελάχιστο, ακόμη και με τη θερινή θερμοκρασία. Δεν υπήρχε καμιά νεκρική ωχρότητα πάνω του. Στην πραγματικότητα, το χρώμα του ήταν κυριολεκτικά χρυσωπό. Το δέρμα του παρέμεινε μαλακό και το σώμα του φάνηκε να είναι, όπως είπε ένας προσκυνητής της μονής, '' σαν ένα παιδί που κοιμάται ''.

Καθώς κειτόταν στο απλό ξύλινο φέρετρό του στην εκκλησία, το πρόσωπο του π.Σεραφείμ ακτινοβολούσε. Τόσο παρήγορη ήταν η ευγενής έκφραση της ειρήνης και ευδαιμονίας του, που οι άνθρωποι δεν μπόρεσαν να το καλύψουν με τον παραδοσιακό μοναστικό τρόπο.

Πέμπτη 21 Απριλίου 2022

''Δέν γίνεται ἄλλο, ἐλήφθη ἡ ἀπόφασις. Πάσχα θὰ κάμης στούς Οὐρανοὺς μαζί μας'' (Οἱ τελευταῖες στιγμές τοῦ Ἁγ.Ἀμφιλοχίου Πάτμου)


Ἀρχιμ. Ἀντίπα Νικηταρᾶ, Δρ. Θεολογίας.

Ἐκείνη τήν Πέμπτη,τῆς 16ης Ἀπριλίου 1970 ἡ σιωπή βάραινε τό κελάκι τοῦ Ἁγίου Ἀμφιλοχίου , στόν Πύργο. Μιά σιωπή ἀσυνήθιστη,μιά ἔσχατη, βουβή παράκληση. Ἦταν βαριά ἄρρωστος ὀ Ἅγιος Γέροντας Ἀμφιλόχιος . Ἦταν μέρες κλινήρης .Τήν Ἁγία Τεσσαρακοστή δοκιμάστηκε ἀπό βαριά πνευμονία , ἀρνούμενος νά λάβει ἀρτύσιμη τροφή . Τά πνευματικά του τέκνα ἀκροστοιχίζονταν στό κρεβάτι τοῦ πόνου. Στό κρεβάτι τῆς Νήψης καί τῆς Δοκιμασίας .
Τά παιδιά Του Τόν ἰκέτευαν νά μήν φύγει ἀκόμα ἀπό κοντά τους, νά δεηθῆ στήν Κυρία Θεοτόκο καί στόν Θεολόγο νά ἀνανήψη , νά εἶναι μαζί τους καί αὐτό τό Πάσχα. Προσπαθοῦσαν νὰ τὸν κρατήσουν μὲ ὀροὺς λίγες μέρες στὴν ζωή.
Παρακαλοῦσε ὁ Ἅγιος , ἔλεγε: «Ἀφῆστε με καλά μου παιδιὰ νὰ φύγω. Ἦρθε ἡ ὥρα μου».
Ὁ πρωτογυιός Του Παῦλος Νικηταρᾶς , ποὺ ἔζησε ὑπήκοος ἄχρι θανάτου , ἀπαρασάλευτα σιμά Του , σαράντα ὁλόκληρα χρόνια , μέ συντετριμμένη τήν καρδιά , χωρίς νά μπορεῖ νά κρύψει τά δάκρυά του, ἐπέμενε :
«Γιατί, Γέροντα, δὲν μένεις μαζί μας τοῦτο τὸ Πάσχα;»
Ἡ ἀπάντηση τοῦ Ἀγίου ἦταν μία καί μοναδική:

Παρασκευή 9 Οκτωβρίου 2020

ΤΕΣΣΕΡΙΣ ΧΡΗΣΙΜΕΣ ΟΔΗΓΙΕΣ

1.Μπορεῖτε νά δεῖτε τίς προηγούμενες δημοσιεύσεις τοῦ ἱστολογίου μας πατώντας τό: Παλαιότερες ἀναρτήσεις (δεῖτε δεξιά)

2.Καλλίτερη θέαση τοῦ ἱστολογίου μέ τό Mozilla.

3.Ἐπιτρέπεται ἡ ἀναδημοσίευση τῶν ἀναρτήσεων μέ τήν προϋπόθεση ἀναγραφῆς τῆς πηγῆς

4.Ἐπικοινωνία:
Kyria.theotokos@gmail.com .
Γιά ἐνημέρωση μέσῳ ἠλεκτρονικοῦ ταχυδρομείου στεῖλτε μας τό e- mail σας στό
Kyria.theotokos@gmail.com .
Home of the Greek Bible