ΑΓΙΟΥ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ ΤΟΥ ΠΑΡΙΟΥ
ΕΓΚΩΜΙΟ ΣΤΟΝ ΑΓΙΟ ΜΑΡΚΟ ΤΟΝ ΕΥΓΕΝΙΚΟ
Άγιος Μάρκος ο Ομολογητής
[…]Πήγε εκεί, στη Σύνοδο Φεράρας-Φλωρεντίας, ο γενναίος, μεταφέροντας ο ίδιος το φρόνημα των Πατέρων του και τη σοφία του αποστόλου Παύλου. Και λέω του αποστόλου Παύλου, γιατί στ’ αλήθεια βρίσκω μεγάλη ομοιότητα με εκείνον, σ’ αυτόν τον εύστροφο και συνετότατο άγιο.
Καθόταν εκεί σοβαρός και σπουδαίος, στον υψηλό και επαρμένο του θρόνο ο δήθεν διάδοχος του Πέτρου, μάλλον με τρόπο κατά τον οποίο ονομάζεται διάδοχος στο φως το σκοτάδι κι η αρρώστια διάδοχος της υγείας κι η παρανομία διάδοχος της λογικής, κατά τον μεγάλο θεολόγο Γρηγόριο. Και γύρω απ’ αυτόν βρίσκονταν οι δικοί του καρδινάλιοι κι οι πιο έγκριτοι από τους επισκόπους του. Κι ο Πάπας [κατά τη Σύνοδο Φεράρας-Φλωρεντίας Πάπας ήταν ο Ευγένιος ο Δ΄]σκεφτόταν να τον αφήσει όρθιο τον Μάρκο τον επίσκοπο Εφέσου, ως δήθεν υπεύθυνο, σύμφωνα με την τάξη των κρινόμενων. Αλλά εκείνος ο μέγας νους, έχοντας πίστη στην ελευθερία της συνείδησής του και μη θεωρώντας τον Πάπα ως δικό του κριτή σ’ όλα ή ως επίσκοπο, αλλά βλέποντάς τον όπως ήταν, δηλαδή ως εχθρό της αλήθειας και πολέμιο του Θεού, βλέποντάς αυτόν, είπε: «Εγώ υποφέρω από τα νεφρά μου και τα πόδια και δεν μπορώ να στέκομαι».
Κι αμέσως κάθισε. Ο Πάπας, λοιπόν, για να τα πούμε με συντομία, ώστε να μην εκτείνουμε περιττά το λόγο, τον κάλεσε να επιλέξει το γρηγορότερο, ένα από τα δύο, ή να υπακούσει στην απόφαση της συνόδου και να δεχτεί και την γενόμενη ένωση ή, αν δεν το κάνει αυτό, να είναι έτοιμος να καθαιρεθεί και να αποκηρυχθεί ως αιρετικός, όπως έπαθαν και όσοι έδειξαν απείθεια στις παλιές Οικουμενικές Συνόδους. Δεν γνωρίζουμε τι απάντησε ο άγιος στο πρώτο. Αλλά αισθανόμαστε ότι θα έδωσε ικανοποιητικές απαντήσεις στα λόγια του Πάπα. Και βέβαια ποιος αμφιβάλλει, ότι ο περίφημος εκείνος επίσκοπος Εφέσου απάντησε και τότε για ποιες αιτίες, ούτε στην βδελυρή απέναντι στον Θεό ληστρική σύνοδό του δεν πείθεται, ούτε την κακώς και παράλογα γενόμενη ψευδοένωσή του δέχεται; Και για την καταδίκη με την οποία τον φοβέρισε, ευχαριστούμε τα μέγιστα τον ιστορικό, που μας άφησε γραμμένη εκείνη τη σοφότατη κι αληθινά πληρέστατη από το Άγιο Πνεύμα απάντηση, την οποία πρέπει ν’ αναφέρουμε αυτούσια, γιατί προξενεί μεγάλη χαρά στους ευσεβείς αναγνώστες η θαυμάσια παρρησία και σύνεση της αξιοθαύμαστης, εκείνης, ψυχής:
«Οι Σύνοδοι», λέει, «καταδίκαζαν αυτούς που δεν υπάκουαν στην Εκκλησία και έπαιρναν θέση ενάντια σ’ αυτήν, υπέρ κάποιας [αιρετικής] διδασκαλίας, κηρύττοντάς την κι αγωνιζόμενοι υπέρ αυτής της αιρέσεως. Γι’ αυτό κι αυτούς τους ονόμαζαν ‘’αιρετικούς’’ και καταδίκαζαν πρώτα την αίρεση και έπειτα αυτούς που την υποστήριζαν.
Εγώ, όμως, δεν κηρύσσω δικό μου δόγμα. Ούτε καινοτόμησα σε κάτι, ούτε παίρνω θέση υπέρ κάποιου ξένου και νόθου δόγματος. Αλλά τηρώ το ακέραιο το δόγμα που παρέλαβε και κατέχει συνεχώς η Εκκλησία, από τον ίδιο τον Σωτήρα μας Ιησού Χριστό και το οποίο κατείχε κι η αγία Ρωμαϊκή Εκκλησία πριν από το Σχίσμα, μαζί με τη δική μας αγία Ανατολική Εκκλησία· την οποία ευσεβή δόξα και πρωτύτερα διαρκώς επαινούσατε και στην παρούσα σύνοδο πολλές φορές την επαινέσατε και κανείς δεν μπορεί να τη μεμφθεί ή να την κατηγορήσει για κάτι.
Αν, λοιπόν, αυτήν διεκδικώ και απ’ αυτήν δεν θέλω να παρεκκλίνω, πώς θα μπορούσα να κριθώ με δίκη, με την οποία καταδικάζονται οι αιρετικοί; Πώς κάποιος που σκέφτεται υγιώς και με ευσέβεια, θα μπορούσε να κάνει κάτι τέτοιο εναντίον μου; Θα έπρεπε, βέβαια, πρώτα να καταδικάσει το δόγμα το οποίο πιστεύω. Αν, όμως, αυτό θεωρείται ευσεβές και Ορθόδοξο, πώς εγώ είμαι άξιος καταδίκης;»
ΕΓΚΩΜΙΟ ΓΙΑ ΤΗΝ ΟΜΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΕΦΕΣΟΥ