(Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, Ομιλ. ΙΔ΄εις το κατά Ματθαίον)
«Το μεν ουν άμεινον, το μηδέ όλως αμαρτάνειν, το δε μετ' εκείνο, το αμαρτάνοντας αισθάνεσθαι και διορθούσθαι. Ει δε μη τούτο έχοιμεν, πώς δεηθησόμεθα του Θεού και άφεσιν αιτησόμεθα αμαρτημάτων, οι τούτων μηδένα ποιούμενοι λόγον; Όταν γαρ συ αυτός ο πεπλημμεληκώς μηδέ αυτό τούτο, ότι ήμαρτες, ειδέναι εθέλης, υπέρ ποίων παρακαλέσεις τον Θεόν πλημμελημάτων; Υπέρ ων ουκ οίδας; και πώς είση της ευεργεσίας το μέγεθος; Ειπέ τοίνυν σου τα πλημμελήματα κατ` είδος, ίνα μάθης τίνων λαμβάνεις συγχώρησιν, ίν` ούτως ευγνώμων γένη περί τον ευεργέτην…
Προσέλθωμεν τοίνυν αυτώ, και νυν, παρακαλέσωμεν ίνα σφίγξη την ψυχήν ημών παραλελυμένην και τα βιωτικά αφέντες πάντα, των πνευματικών μόνον ποιώμεθα λόγον. Ει δε και τούτων αντέχη, μετ` εκείνα και αυτών φρόντιζε. Μηδ' ότι ουκ αλγείς αμαρτάνων καταφρόνει, αλλά δι` αυτό μεν ουν τούτο μάλιστα στέναξον, επειδή ουκ αισθάνη της οδύνης των πλημμελημάτων. Ου γαρ παρά το μη δάκνειν την αμαρτίαν τούτο γίνεται, αλλά παρά το αναίσθητον είναι την πλημμελούσαν ψυχήν».
Νεοελληνική απόδοση: Το καλύτερο βέβαια είναι να μην αμαρτάνει καθόλου ο άνθρωπος, αλλά μετά από αυτό (το οποίο είναι σχεδόν αδύνατο), αφού αμαρτάνει, να έρχεται σε συναίσθηση και να διορθώνεται.












