Σεβαστὴν Ἱερὰν Κοινότητα Ἁγίου Ὄρους Ἄθω, εἰς Καρυὰς
Πανοσιολογιώτατοι, σεβαστοὶ Πατέρες καὶ ἐν Χριστῷ Ἀδελφοί, εὐλογεῖτε.
Μετὰ πολλῆς λύπης καὶ ἀνησυχίας πληροφορούμεθα ὅσα λαμβάνουν χώραν ἐν τῇ καθόλου Ὀρθοδόξῳ Ἐκκλησίᾳ ἐξ ἀφορμῆς τῆς ἀντικανονικῆς ἀποδόσεως αὐτοκεφαλίας εἰς τοὺς σχισματικοὺς τῆς Οὐκρανίας, ἄνευ συναινέσεως τῆς κανονικῆς αὐτονόμου Ἐκκλησίας, τῆς ὑπὸ τὸν μητροπολίτην Ὀνούφριον, ἡ ὁποία ἐξακολουθεῖ νὰ θεωρῆ σχισματικοὺς τοὺς νέους αὐτοκέφαλους, νὰ μὴ ἔχῃ κοινωνίαν μετ’ αὐτῶν, βάσει δὲ τῶν Ἱερῶν Κανόνων, καὶ μὲ ὅσους κοινωνοῦν μὲ τοὺς σχισματικούς. Ἤδη ἡ Ἐκκλησία τῆς Ρωσίας ἔχει διακόψει τὴν κοινωνίαν μὲ τὸ Οἰκουμενικὸν Πατριαρχεῖον, τὸ ὁποῖον αὐτογνωμόνως παρεχώρησε τὸ αὐτοκέφαλον, ἐπεμβαῖνον ὑπερορίως εἰς ξένην δικαιοδοσίαν, παρὰ τὴν ρητὴν ἀπαγόρευσιν τῶν «ἱερῶν Κανόνων. Θὰ πράξουν δὲ τὸ ἴδιο καὶ ἄλλαι αὐτοκέφαλοι Ἐκκλησίαι, ὅπως ἤδη ἔχουν δηλώσει. Ἀπειλεῖται ἔτσι διεύρυνσις καὶ ἐξάπλωσις τοῦ σχίσματος, εἰς ἔκτασιν παρομοίαν ἐκείνης τοῦ 1054.
Δὲν ἔκλεισαν ἀκόμη αἱ πληγαὶ καὶ τὰ τραύματα, ποὺ προεκλήθησαν ἀπὸ τὴν Σύνοδον τοῦ Κολυμπαρίου τῆς Κρήτης, ἡ ὁποία μὲ τὴν ἐκκλησιοποίησιν τῶν αἱρέσεων καὶ τὴν ὑποστήριξιν τῆς παναιρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ διέρρηξε κάθε σχέσιν μὲ τὴν Ὀρθόδοξον Πατερικὴν καὶ συνοδικὴν Παράδοσιν, τὴν καταδικάζουσαν τὰς αἱρέσεις. Εὑρισκόμεθα πρὸ νέων πληγῶν εἰς τὸ σῶμα τῆς Ἐκκλησίας, μὲ ἀποκλειστικὸν ὑπεύθυνον τὸ Οἰκουμενικὸν Πατριαρχεῖον, καὶ μὲ δικαίωσιν τώρα ὄχι τῶν αἱρέσεων, ἀλλὰ τῶν σχισμάτων.
Πλήττεται ἔτσι καὶ παρεμποδίζεται ἡ σωτηρία τῶν ἀνθρώπων, διότι εἶναι μυριόλεκτον τῆς Ἁγίας Γραφῆς καὶ τῆς Πατερικῆς Παραδόσεως δίδαγμα, ὅτι ἡ αἵρεσις καὶ τὸ σχίσμα ὁδηγοῦν εἰς τὴν ἀπώλειαν, ἐπειδὴ εἰς τοὺς χώρους αὐτοὺς δὲν ἐνεργεῖ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα. Περιοριζόμεθα εἰς ἐλαχίστας μόνον μαρτυρίας. Ὁ Μ. Βασίλειος, ἀριθμῶν τὸ σχίσμα ὡς τὴν δευτέραν μετὰ τὴν αἵρεσιν ἐκκλησιολογικὴν ἐκτροπήν, διδάσκει ὅτι «οἱ τῆς Ἐκκλησίας ἀποστάντες, οὐκ ἔτι ἔσχον τὴν Χάριν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἐφ’ ἑαυτοὺς- ἐπέλιπε γὰρ ἡ μετάδοσις τῷ διακοπῆναι τὴν ἀκολουθίαν»1. Ὅσοι δηλαδή, μὲ τὰ σχίσματα, φεύγουν ἀπὸ τὴν Ἐκκλησίαν δὲν ἔχουν πλέον τὴν Χάριν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, διότι ἡ διακοπὴ τῆς κοινωνίας συνεπάγεται τὴν διακοπὴν τῆς ἐνεργείας τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Συνεχίζει μάλιστα λέγων ὅτι δὲν ἠμποροῦν πλέον νὰ μεταδίδουν εἰς ἄλλους διὰ τῶν μυστηρίων τὴν Χάριν ἀπὸ τὴν ὁποίαν οἱ ἴδιοι ἐξέπεσαν: «Οἱ δὲ ἀπορραγέντες, λαϊκοὶ γενόμενοι, οὔτε τοῦ βαπτίζειν, οὔτε τοῦ χειροτονεῖν εἶχον ἐξουσίαν, οὔτε ἠδύναντο Χάριν Πνεύματος Ἁγίου ἑτέροις παρέχειν, ἧς αὐτοὶ ἐκπεπτώκασι»2.





