ΠΘ΄
Στὴν ἀρρώστια
Αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου
Ὑπῆρχα τότε ποὺ ἀνθοῦσα· τώρα εἶμαι ἄχλοος.
Οὔτε πρῶτα ψήλωσα οὔτε τώρα ἔχω καταπέσει.
Τὸ ν᾽ ἀνθεῖς καὶ ν᾽ ἀπανθεῖς εἶναι διαφορετικά, ἐγὼ ὁ ἴδιος.
Κέρδος μου τοῦτο εἶναι ἀπ᾽ τοὺς γιατρούς,
νὰ μὴ θεωρῶ τίποτα, Χριστέ μου, ἀνώτερο ἀπὸ ἐσένα· ἀπὸ ἐσένα ἔρχονται ὅλα καὶ ἡ δύναμη τῶν φαρμάκων.
Νά, τὸ θερμὸ λουτρό. Ἔχω τὴν κολυμπήθρα.
Ἀλλὰ ποῦ εἶναι ὁ ἄγγελος; Ἔλα, ἑτοίμασε τὸ νερό.
Ἂν ὄχι, ἐσύ, Κύριε, πὲς καὶ θὰ στηλωθῶ.
Εἶμαι τραυματισμένος· ἔχω ἕνα ἀγκάθι νὰ φοβοῦμαι τὸ Θεό.
Ξέρω ὅτι εὐεργετήθηκα. Ἀλλὰ σταμάτα τὴν ἀρρώστια.
Ἂν ἐσὺ δὲ θέλεις, δῶσε μου καρτερία νὰ τὴν ὑποφέρω.
Εἶμαι, Χριστέ μου, σ᾽ ἀμηχανία, τί νὰ κάνω;
Εἶσαι κριτής, ναί, δίκαιος ἀλλὰ καὶ πράος.
Ποῦ εἶναι ἡ καλοσύνη σου ἢ ἐμένα μόνο λησμόνησες;
Μὲ πέταξε κάτω, συντρίβοντάς μὲ ὁ Σατανὰς
κι ἐσὺ μὲ παρέδωσες στὸ κακό. Γιὰ ποιό λόγο;
Δὲν ἐλπίζομε πὼς θὰ πατήσομε ἐπάνω σὲ σκορπιούς;








