μελέτημα περί τῆς ἐπιχειρούμενης ἀποβολῆς Του
Γράφει ὁ Ἰωάννης Λίτινας
7. Ἱεροκανονικός ἔλεγχος τῆς ἀποβολῆς τοῡ Ἐσταυρωμένου.
Ἡ χρήση τοῦ διακριτοῦ καὶ ἀποσπώμενου σώματος τοῦ Ἐσταυρωμένου ἐπὶ τοὐλάχιστον δύο αἰῶνες, (κατὰ δὲ τὴν ἀρχαιολογικὴ ἑταιρεία ἐπὶ πέντε αἰῶνες)[1], στὸν ἑλλαδικὸ χῶρο καὶ ἐπὶ πολλοὺς περισσότερους σὲ ἄλλες τοπικὲς Ἐκκλησίες, ἔχει κατασταθῆ παράδοση τέτοια ὥστε τὸ Τυπικὸν ὁρίζει κατὰ τὴν ἀκολουθία τῶν Παθῶν ὅτι «ψαλλομένου τοῦ 15ου ἀντιφώνου γίνεται ἡ ἔξοδος τοῦ Σταυροῦ ὡς συνηθίσθη ἤδη πανταχοῦ», πρᾶγμα ποὺ δεικνύει, ὅπως ἐπισημάναμε ἀρχικά, τὴν ἐθιμικὴ ἰσχύ του, κατὰ τὸ "ἡ δέ συνήθεια οὕτω κεκράτηκεν" (Κανών ΚΑ΄ Μ.Βασιλείου).
Ἡ εἰσαγωγὴ αὐτῆς τῆς πρακτικῆς ὄχι μόνο δὲν ἀνέτρεψε, ἀλλοίωσε ἢ ἔβλαψε στὸ παραμικρὸ τὴν προϋπάρχουσα λειτουργικὴ τάξη (δηλαδὴ τὴν ὕπαρξη τοῦ ἁπλοῦ Σταυροῦ πίσω ἀπὸ τὴν ἁγία τράπεζα μὲ ζωγραφισμένη τὴν μορφὴ τοῦ σταυρωθέντος Χριστοῦ ἢ χωρὶς αὐτὴν) ἀλλὰ ἀντιθέτως τὴν ἐνίσχυσε πολύ. Γι’ αὐτὸ τὸ λόγο δὲν θεωρεῖται ὡς καινοτομία βλάπτουσα τὴν Ἱερὰ Παράδοση. Οὔτε κἂν ὡς καινοτομία. Τοὐναντίον, καινοτομία εἶναι χωρὶς ἀμφιβολία ἡ ἀφαίρεση τοῦ Ἐσταυρωμένου μαζὶ μὲ τὸν Σταυρό.
Κανένας ἱερὸς Κανόνας, καμμία ἱερὰ παράδοση, καμμία Σύνοδος καὶ καμμία πατερική διδασκαλία ἤ πράξη δέν ἀντικρούουν τὴν ὕπαρξη τῆς ἀποσπώμενης μορφῆς τοῦ Σταυρωθέντος στὴν Λατρεία ἢ τὴν θέση της πίσω ἀπὸ τὴν Ἁγία Τράπεζα. Καὶ ὄχι μόνο δὲν ἀντικρούουν, ἀλλὰ ἀντιθέτως τὴν προστατεύει de jure ἀπὸ κάθε ἐναντία παρέμβαση ἡ Ζ΄ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος.
Ἐπειδή, συγκεκριμένα, πρόκειται γιὰ εἰκονικὴ ἀναζωγράφηση τοῦ Χριστοῦ ἐπὶ τοῦ Σταυροῦ ποὺ ἔχει ὑιοθετηθῆ ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία, κάθε ἀπόπειρα ἀποβολῆς της ἀπὸ αὐτήν, εἴτε ὡς ἀθέτηση τῆς ὑφιστάμενης ἐκκλησιαστικῆς παραδόσεως, εἴτε ὡς πανοῦργος ἐπινόηση πρὸς ἀνατροπὴ τῆς ἐνθέσμου παραδόσεως, εἴτε ὡς καινοτομία ἐπισύρει τὴν καθαίρεση καὶ τὸν ἀφορισμὸ σὲ ὅσους κληρικοὺς ἢ λαϊκοὺς τὴν τολμήσουν, κατὰ τὴν σαφῆ διατύπωση τοῦ Ὅρου Πίστεως τῆς Ζ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου:
«Τοὺς οὖν τολμῶντας ἑτέρως φρονεῖν ἢ διδάσκειν, ἢ κατὰ τοὺς ἐναγεῖς αἱρετικοὺς τὰς ἐκκλησιαστικὰς παραδόσεις ἀθετεῖν καὶ καινοτομίαν τινὰ ἑπινοεῖν ἤ ἀποβάλλεσθαι τι ἐκ τῶν ἀνατεθειμένων τῇ ἐκκλησίᾳ, εὐαγγέλιον ἤ τύπον τοῦ σταυροῦ ἢ εἰκονικὴν ἀναζωγράφησιν ἢ ἅγιον λείψανον μάρτυρος, ἢ ἐπινοεῖν σκολιῶς καὶ πανούργως πρὸς τὸ ἀνατρέψαι ἕν τι τῶν ἐνθέσμων παραδόσεων τῆς Καθολικῆς Ἐκκλησίας, ἔτι γε μὴν ὡς κοινοῖς χρῆσθαι τοῖς ἱεροῖς κειμηλίοις ἢ τοῖς εὐαγέσι μοναστηρίοις, ἐπισκόπους μὲν ὄντας ἢ κληρικοὺς καθαιρεῖσθαι προστάσσομεν, μονάζοντας δὲ ἢ λαϊκοὺς τῆς κοινωνίας ἀφορίζεσθαι».[2]
Ἄξιον προσοχῆς εἶναι ὅτι ἡ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος καταδικάζει ἀκόμα κι' ὅσους ἁπλῶς φρονοῦν διαφορετικὰ ἀπὸ ὅσα φρονεῖ καὶ διδάσκει ἐκείνη∙ καὶ ἡ ἀλάθητη αὐτὴ Σύνοδος ὁρίζει νὰ τοποθετοῦνται στὴν Ἐκκλησία οἱ εἰκόνες, μὲ ὁποιοδήποτε τρόπο εἶναι αὐτὲς κατασκευασμένες (ἐν προκειμένῳ τοῦ σταυρωμένου Χριστοῦ), στὴν ἴδια περιωπὴ καὶ θέση ποὺ ἔχουμε τὸν τύπο τοῦ Τιμίου Σταυροῦ:
«Ὁρίζομεν σὺν ἀκριβείᾳ πάσῃ καὶ ἐμμελείᾳ, παραπλησίως τῷ τύπῳ τοῦ τιμίου καὶ ζωοποιοῦ σταυροῦ ἀνατίθεσθαι τὰς σεπτὰς καὶ ἁγίας εἰκόνας, τὰς ἐκ χρωμάτων καὶ ψηφῖδος καὶ ἑτέρας ὕλης ἐπιτηδείως ἐχούσης, ἐν ταῖς ἁγίαις τοῦ Θεοῦ ἐκκλησίαις ἐν ἱεροῖς σκεύεσι καὶ ἐσθῆσι, τοίχοις τε καὶ σανίσιν, οἴκοις τε καὶ ὁδοῖ∙ τῆς τε τοῦ Κυρίου καὶ Θεοῦ καὶ Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ εἰκόνος…»[3]
Ἡ εἰκονική, λοιπόν, μορφὴ τοῦ σταυρωθέντος ὡς ἀπολύτως συνάδουσα μὲ τὸ εὐαγγελικὸ κήρυγμα ἐπαληθεύει τὴν ἐνσάρκωση τοῦ Θεοῦ Λόγου καὶ χρησιμεύει στὴν ὠφέλειά μας, διακηρύσσει ἡ Ἁγία Σύνοδος, γι’ αὐτὸ καὶ τὴν φυλάει ἀκαινοτόμητη ὡς τεθεσπισμένη παράδοση μαζὶ μὲ ὅλες τὶς παραδόσεις, γραπτὲς ἢ ἄγραφες:
«Ἁπάσας τὰς ἐκκλησιαστικὰς ἐγγράφως ἢ ἀγράφως τεθεσπισμένας ἡμῖν παραδόσεις ἀκαινοτομήτως φυλάττομεν. Ὧν μία ἐστὶ καὶ ἡ τῆς εἰκονικῆς ἀναζωγραφήσεως ἐκτύπωσις, ὡς τῇ ἱστορίᾳ τοῦ εὐαγγελικοῦ κηρύγματος συνάδουσα, πρὸς πίστωσιν τῆς ἀληθινῆς καὶ οὐ κατὰ φαντασίαν τοῦ Θεοῦ Λόγου ἐνανθρωπήσεως, καὶ εἰς ὁμοίαν λυσιτέλειαν ἡμῖν χρησιμεύουσα»[4].
8. Ἀρχαῖες ἐγκαταλελειμμένες πρακτικές. Κριτήρια ἀναγκαιότητας ἐπιστροφής σ’ αὐτὲς.
Εἶναι κοινῶς ἀποδεκτὸν ὅτι μία ἀρχαιότερη ἐκκλησιαστικὴ πρακτικὴ δὲν εἶναι ἀπαραιτήτως ὀρθότερη ἀπὸ τὴν νεότερη, ὅπως γιὰ παράδειγμα, τὰ θυσιαστήρια στοὺς παλαιοχριστιανικοὺς ναοὺς τῆς Ἀντιόχειας (καὶ ἀλλοῦ) τὰ ὁποῖα ἔβλεπαν πρὸς τὴν δύση[5] καὶ ἀργότερα ρυθμίστηκαν πρὸς τὸ θεολογικότερον, δηλαδή νὰ βλέπουν πρὸς ἀνατολήν.